Οιχαλίας άλωσις

Η Οἰχαλίας ἅλωσις ήταν ένα επικό ποίημα που διηγείτο την κατάκτηση της θεσσαλικής(;) Οιχαλίας[1] από τον Ηρακλή και την απαγωγή της Ιόλης (κόρης του Ευρύτου, βασιλιά της εκπορθημένης πόλης).[2]

Συμπόσιο ανάμεσα στον Εύρυτο,
τα παιδιά του και τον Ηρακλή
(Μουσείο του Λούβρου)
Ως συγγραφές του έπους μνημονευόταν ο ποιητής του 7ου ή 6ου π.Χ. αιώνα Κρεώφυλος ο Σάμιος ή και ο ίδιος ο Όμηρος. Σύμφωνα μάλιστα με μια παράδοση που αναφέρεται από τον Στράβωνα[3] και τη Σούδα[4] το ποίημα γράφτηκε αρχικά από τον Όμηρο, ο οποίος όμως το χάρισε τελικά στον φίλο (ή γαμβρό) του Κρεώφυλο, όταν κάποτε ο τελευταίος τον φιλοξένησε στο σπίτι του.

Από την Οἰχαλίας ἅλωσιν σώθηκαν ελάχιστα μόνον αποσπάσματα.[5]


 Σημειώσεις
1. Δεν ήταν βέβαιο, ακόμη και στην αρχαία εποχή, ποια από τις αναφερόμενες με το όνομα Οιχαλία πόλεις ήταν η Οιχαλία του Ευρύτου. (βλέπε και: Στράβων, 9.5.17)
2. Α. Λέσκυ, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 139, εκδ. Κυριακίδη.
3. Στράβων, Γεωγραφικά, 14.1.18. Perseus (Strab. 14.1.18)
4. Λεξικόν Σουΐδα, λήμμα: "Κρεώφυλος"
5. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Οἰχαλίας ἅλωσις", σελ. 151-155, εκδ. Κάκτος, 2005.
-  M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, "Creophylus, the capture of Oichalia: Testimonia and Fragments", σελ. 174, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2003.
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια  με το ψευδώνυμο "Αγρέας".)

Πειρίθου κατάβασις

Η Πειρίθου κατάβασις  [Θησέως καὶ Πειρίθου εἰς Ἅιδου κατάβασις] ήταν ένα από τα επικά ποιήματα που ο Παυσανίας απέδιδε στον Ησίοδο.[1]

Ηρακλής, Πειρίθους και Θησεύς
(5ος π.Χ. αιώνας)
Υποθέτουμε πως διηγιόταν την κάθοδο των δύο ηρώων στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου με σκοπό να κλέψουν την Περσεφόνη που ο Πειρίθους την ήθελε για γυναίκα του. Από άλλες διηγήσεις[2] γνωρίζουμε ότι ο Άδης κατάλαβε το σχέδιο τους και με δόλο τους έβαλε να καθίσουν στον θρόνο της λήθης. Έμειναν εκεί μαρμαρωμένοι για πολύ καιρό μέχρι που ήρθε ο Ηρακλής, ο οποίος κατόρθωσε να ελευθερώσει τον Θησέα, αλλά όχι και τον Πειρίθου που έμεινε για πάντα αλυσοδεμένος στον Κάτω Κόσμο.[3]

Από την Πειρίθου κατάβασιν δεν σώθηκε κανένα απόσπασμα. Πιθανολογείται μόνον ότι οι 27-30 μισοκατεστραμμένοι στίχοι ενός παπυρικού αποσπάσματος που περιγράφουν την συνάντηση του νεκρού Μελεάγρου με τον Θησέα και τον Πειρίθουν[4] ανήκαν ίσως στο έπος αυτό. (Θα μπορούσαν βέβαια να ανήκουν και στην Μινυάδα στην οποία επίσης, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας,[5] περιγραφόταν η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου στον Άδη).
"Αγρέας"

1. Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 9.31.5.
2. Κ. Κερένυϊ, Η μυθολογία των Ελλήνων, σελ. 482, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
3. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Επιτομή, 1.24·
[Θησεὺς δὲ μετὰ Πειρίθου παραγενόμενος εἰς Ἅιδου ἐξαπατᾶται, καὶ ὃς ὡς ξενίων μεταληψομένους πρῶτον ἐν τῷ τῆς Λήθης εἶπε καθεσθῆναι θρόνῳ, ᾧ προσφυέντες σπείραις δρακόντων κατείχοντο. Πειρίθους μὲν οὖν εἰς ἀίδιον δεθεὶς ἔμεινε, Θησέα δὲ Ἡρακλῆς ἀναγαγὼν ἔπεμψεν εἰς Ἀθήνας. ἐκεῖθεν δὲ ὑπὸ Μενεσθέως ἐξελαθεὶς πρὸς Λυκομήδην ἦλθεν, ὃς αὐτὸν βάλλει κατὰ βαράθρων καὶ ἀποκτείνει]. Perseus
4. M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, "Ibscher papyrus", σελ. 271-273, Loeb Classical Library, Harvard University Press, 2003.
5. Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 10.28.2.
 (Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια  με το ψευδώνυμο "Αγρέας".)

Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία

Η Τηλεγόνεια ή Τηλεγονία ήταν το νεότερο ποίημα του επικού κύκλου και αποτελούσε συνέχεια της Οδύσσειας. Ως ποιητής του φερόταν ο Ευγάμμων ο Κυρηναίος ή (σπανιότερα) ο Κιναίθων ο Λακεδαιμόνιος.[1]

Σύμφωνα με την Χρηστομάθεια του Πρόκλου η Τηλεγόνεια περιελάμβανε τις εξής ιστορίες:[2]

"Μνηστηροφονία"
του Κριστόφ-Τομά Ντεζόρζ
Μετά την μνηστηροφονία και την ταφή των νεκρών ο Οδυσσέας θυσίαζε στις Νύμφες και αναχωρούσε για την Ήλιδα. Εκεί τον φιλοξενούσε ο βασιλιάς Πολύξενος, ένας από τους στρατηγούς των Επειών στο τρωικό πόλεμο, και του χάριζε έναν κρατήρα διακοσμημένο με παραστάσεις σχετικές με τον μύθο του Αγαμήδη και του Τροφωνίου.[3]

Ο Οδυσσεύς επέστρεφε στην Ιθάκη, αλλά πολύ σύντομα έφευγε ξανά, αυτή τη φορά για την Θεσπρωτία. Εκεί, αφού πρώτα τελούσε θυσίες για να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα, παντρευόταν την βασίλισσα των Θεσπρωτών Καλλιδίκη και έκανε μαζί της ένα γιό, τον Πολυποίτη. Επικεφαλής των Θεσπρωτών ξεκινούσε πόλεμο ενάντια στους Βρύγους, στον οποίο ανακατευόταν και ο Άρης με την Αθηνά, ο πρώτος υπέρ των Βρυγών και η δεύτερη υπέρ των Θεσπρωτών. Τελικά με την διαμεσολάβηση του Απόλλωνος επερχόταν η ειρήνη.

Μετά τον θάνατο της Καλλιδίκης, βασιλιάς των Θεσπρωτών γινόταν ο Πολυποίτης και ο Οδυσσέας ξαναγυρνούσε στην Ιθάκη όπου έβλεπε για πρώτη φορά τον μικρότερο του γιο, τον Πολιπόρθη, που η Πηνελόπη είχε γεννήσει εν τω μεταξύ όσο αυτός έλειπε μακριά.

Τιτανομαχία και Γιγαντομαχία

Η Τιτανομαχία, ένα από τα χαμένα έπη του επικού κύκλου, αφηγιόταν τη σύγκρουση των Ολύμπιων θεών με τους Τιτάνες[1] που κατέληξε με την ήττα των τελευταίων και την κατακρήμνισή τους στα Τάρταρα. Αποτελούνταν από δύο βιβλία και ως δημιουργός της αναφερόταν (όπως μας πληροφορεί ο Αθήναιος) άλλοτε ο ποιητής του 8ου/7ου π.Χ. αιώνα Εύμηλος ο Κορίνθιος και άλλοτε ο Αρκτίνος ο Μιλήσιος[2]. Είναι πιθανόν όμως να υπήρχαν διαφορετικές "Τιτανομαχίες", τα ίχνη των οποίων χάθηκαν με το πέρασμα των αιώνων, αν και ο Αθήναιος φαίνεται να γνώριζε μόνο μία.

"Η πτώση των Τιτάνων"
Γκουίντο Ρένι (Guido Reni, 1575-1642)
Μια Τιτανομαχία λεγόταν πως είχε γράψει και ο ποιητής της μυθικής εποχής Θάμυρης [Θάμυρις][3], ενώ κάποιος σχολιαστής μας πληροφορεί ότι υπήρχε και ένα άλλο έπος, τριών βιβλίων αυτό, με τίτλο Τιτανογραφία που είχε συνθέσει ο ημιμυθικός ποιητής Μουσαίος[4].

Από την Τιτανομαχία του Ευμήλου (ή του Αρκτίνου) σώθηκαν ελάχιστοι στίχοι ή αποσπάσματα σε πεζό λόγο[5]. Είμαστε όμως σε θέση να γνωρίζουμε ότι η διήγηση της, τουλάχιστον σε κάποια σημεία, διέφερε από την αντίστοιχη διήγηση περί τιτανομαχίας που περιέχεται στη Θεογονία του Ησιόδου.

Η τιτανομαχία στη "Θεογονία" του Ησιόδου

Για δέκα χρόνια, μας λέει ο Ησίοδος, οι Ολύμπιοι θεοί από τη κορυφή του Ολύμπου και οι Τιτάνες από την κορυφή της Όθρυος πολεμούσαν μεταξύ τους[6]. Ο αγώνας παρέμεινε αμφίρροπος, ώσπου ο Δίας, ακολουθώντας τη συμβουλή της Γαίας, ελευθέρωσε τους τρεις Εκατόγχειρες (Βριάρεω, Κόττο και Γύη) από τα Τάρταρα, όπου κάποτε τους είχε φυλακίσει ο πατέρας τους ο Ουρανός, και τους ζήτησε να συμμαχήσουν μαζί του. Η μάχη ξανάρχισε σφοδρότερη: Ενώ ο Δίας έριχνε ακατάπαυστα τους κεραυνούς του κατακαίοντας τη γη και κάνοντας τη θάλασσα να κοχλάζει, οι τρεις Εκατόγχειρες άρπαξαν με τα τριακόσια χέρια τους τριακόσιους βράχους και τους εκσφενδόνισαν εναντίον των τυφλωμένων από τον καπνό και τη φωτιά Τιτάνων καταπλακώνοντάς τους. Οι νικημένοι Τιτάνες αλυσοδέθηκαν και ρίχτηκαν στα Τάρταρα, που απέχουν από την επιφάνεια της γης, "όσο και η γη από τον ουρανό"[7]. Ο Γύης, ο Κόττος και ο Βριάρεως ανέλαβαν τη φρούρησή τους.

Όμως, στην Τιτανομαχία του Ευμήλου (ή του Αρκτίνου) ο Βριάρεως ή Αιγαίωνας, όπως ήταν το άλλο του όνομα, δεν ήταν σύμμαχος του Δία αλλά των Τιτάνων[8]. Η πληροφορία προέρχεται από ένα αρχαίο σχόλιο στον Απολλόδωρο τον Ρόδιο και στηρίζει την υπόθεση ότι ο Εύμηλος και ο Ησίοδος μετέφεραν στο ποιήματα τους διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τους Τιτάνες.

"Γιγαντομαχία"

Εκτός από την Τιτανομαχία φαίνεται πως υπήρχε και μια αρχαϊκή Γιγαντομαχία, για την οποία όμως δεν διαθέτουμε γραπτές μαρτυρίες. Εικάζουμε την ύπαρξή της από σχετικές εικαστικές αναπαραστάσεις[9]. Ιστορούσε τη σύγκρουση των Ολυμπίων θεών με τους Γίγαντες, τα παιδιά της Γαίας που γεννήθηκαν από το αίμα του ακρωτηριασμένου Ουρανού.

•  Σε μεταγενέστερους χρόνους μια Γιγαντομαχία έγραψε ο ποιητής του 5ου μ.Χ. αιώνα Νόννος, από την οποία δεν σώθηκε τίποτα, και ο ελληνικής καταγωγής Λατίνος ποιητής Κλαυδιανός (Gigantomachia).

Χρήστος Μπελόπουλος  

Σημειώσεις


"Η πτώση των Τιτάνων"
Κορνέλις βαν Χάαρλεμ 

(Cornelis van Haarlem, 1562-1638)
1. Οι Τιτάνες (Ωκεανός, Κοίος, Υπερίων, Κρείος, Ιαπετός, Κρόνος) ήταν έξι από τα παιδιά του Ουρανού και της Γαίας. Αδελφές τους ήταν οι Τιτανίδες (Θεία, Ρέα, Θέμις, Μνημοσύνη, Φοίβη, Τιθύς) με τις οποίες ενώθηκαν γεννώντας μια μεγάλη σειρά από δευτερεύουσες θεότητες. Ο Κρόνος, ο νεότερος από τους Τιτάνες, ακρωτηρίασε τον πατέρα του Ουρανό ευνουχίζοντάς τον και μαζί με τα αδέλφια του κατέλαβε τη θεϊκή εξουσία. Παντρεύτηκε την αδελφή του τη Ρέα και απέκτησε μαζί της διαδοχικά την Εστία, τη Δήμητρα, την Ήρα, τον Πλούτωνα, τον Ποσειδώνα και τον Δία. Επειδή όμως γνώριζε ότι κάποια μέρα θα εκθρονιζόταν και αυτός με τη σειρά του από ένα από ένα από τα παιδιά του, γι' αυτό και τα καταβρόχθιζε μόλις γεννιόταν. Η Ρέα, απηυδισμένη με όλα αυτά, λίγο πριν γεννήσει τον Διά κατέφυγε στην Κρήτη. Τον γέννησε κρυφά στο όρος Δίκτη και έδωσε στον Κρόνο να καταπιεί ένα φασκιωμένο λιθάρι. Όταν ο Δίας μεγάλωσε με τη βοήθεια της Μήτιδος (μιας κόρης του Ωκεανού) ή της ίδια της Γαίας, έδωσε στον Κρόνο να πιεί ένα φάρμακο που τον έκανε να ξεράσει όλα τα παιδιά που είχε καταπιεί. Ο Δίας και τα αδέλφια του (που έμελλε να γίνουν οι Ολύμπιοι θεοί) ξεκίνησαν τότε πόλεμο ενάντια στον Κρόνο που είχε τη βοήθεια των δικών του αδελφών. Στο πλευρό του Δία στάθηκαν και άλλες θεότητες, όπως οι Εκατόγχειρες και οι Κύκλωπες (παιδιά και αυτοί του Ουρανού), η Στύγα (η πρωτότοκη κόρη του Ωκεανού) και ο Προμηθέας (ο γιος του Ιαπετού).

2. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 277d·  
[οἶδα ὅτι ὁ τὴν Τιτανομαχίαν ποιήσας, εἴτ᾿ Εὔμηλός ἐστιν ὁ Κορίνθιος ἢ Ἀρκτῖνος ἢ ὅστις δήποτε     χαίρει ὀνομαζόμενος, ἐν τῷ δευτέρῳ οὕτως εἴρηκεν·
           ἐν δ᾿ αὐτῇ πλωτοὶ χρυσώπιδες ἰχθύες ἐλλοὶ
           νήχοντες παίζουσιν δι᾿ ὕδατος ἀμβοσίοιο]
.

3. Π. Γκριμάλ, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, "Θάμυρης", εκδ. USP, 1991.

4.
Σχόλια στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου, 3.1179·
"Ἐν δὲ τῇ γ΄[Μουσαῖος] Τιτανογραφίᾳ λέγεται ὡς Κάδμος ἐκ τοῦ Δελφικοῦ ἐπορεύετο προκαθηγουμένης αὐτῷ βοός".
Μάχη Θεών και Τιτάνων
Ιωακείμ Γιούτεβελ
(Joachim Wtewael, 1566 - 1638)

5. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Τιτανομαχία" (αρχ. κείμενο και μετάφραση), σελ.54-57, εκδ. Κάκτος, 2005.
•  M. West, Greek epic fragments: From the seventh to the fifth enturies BC, "Eumelus or Arctinus Titanomachy", p.222-233, Loeb, 2003.

6. Ησίοδος, Θεογονία, στ. 630-634.

7. Ησίοδος, στ.720.

8. Σχόλια στα Αργοναυτικά του Απολλωνίου, 1.1165·  
[Εὔμηλος δὲ ἐν τῇ Τιτανομαχίᾳ τὸν Αἰγαίωνα Γῆς καὶ Πόντου φησὶ παῖδα, κατοικοῦντα δὲ ἐν τῇ θαλάσσῃ τοῖς Τιτᾶσι συμμαχεῖν].
(M. West. ό.π., σελ. 224)

9. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, "Γιγαντομαχία", εκδ. USP, 1996.


Φορωνίς (έπος)

Η Φορωνίς ήταν ένα επικό ποίημα γραμμένο τον 6ο ή 7ο π.Χ. αιώνα από κάποιον άγνωστο ποιητή. Διηγιόταν την παμπάλαια ιστορία και τα κατορθώματα του Φορωνέος, του μυθικού πρώτου βασιλιά της Αργολίδος.

Ο Φορωνέας ως νομοθέτης
Ανάγλυφο από το καμπαναριό του
καθεδρικού ναού της Φλωρεντίας
Σύμφωνα με τις γνωστές από άλλες πηγές επιχώριες παραδόσεις του Άργους, ο Φορωνεύς ήταν αυτός που εξημέρωσε τα άγρια ήθη των διάσπαρτων μέχρι τότε ανθρώπων συγκεντρώνοντας τους στο Φορωνικόν Άστυ, στην πρώτη πόλη που δημιουργήθηκε ποτέ· εγκαθίδρυσε την λατρεία της Ήρας και έφερε από τον ουρανό το θείο δώρο της φωτιάς. Μέχρι την εποχή του Παυσανία το αρχέγονο αυτό πυρ, το πυρ του Φορωνέος, έκαιγε ακόμη στο ναό του Λυκίου Απόλλωνος στο Άργος.[1] Αυτές τις ιστορίες το δίχως άλλο, σύμφωνα με τον Τζέιμς Φρέιζερ, διηγιόταν η χαμένη Φορωνίδα[2] .

Υπήρχαν ακόμη και κάποιες αναφορές σε άλλες μυθολογικές παραδόσεις: Ένα απόσπασμα λίγων στίχων της Φορωνίδος -που έσωσε σχολιαστής στο Απολλώνιο τον Ρόδιο- λέει ότι οι Φρύγες μάγοι και θεράποντες της Αδράστειας Κέλμις, Δαμναμενεύς και Άκμων ανακάλυψαν στις δασωμένες κοιλάδες της Ίδης την τέχνη της μεταλλουργίας και με την βοήθεια της φωτιάς έγιναν οι πρώτοι σιδηρουργοί.[3] 

Σε ένα άλλο απόσπασμα, που αναφέρεται από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, ο Φορωνεύς αποκαλείται πατέρας των θνητών ανθρώπων. Συνολικά σώθηκαν έξι μόλις αποσπάσματα.[4]

Εκτεταμένα στοιχεία από την Φορωνίδα χρησιμοποίησαν αργότερα στα έργα τους οι λογογράφοι Ακουσίλαος και Ελλάνικος ο Μυτιληναίος. Ο τελευταίος μάλιστα φαίνεται πως μετέγραψε την Φορωνίδα σε ένα ομότιτλο πεζό έργο αποτελούμενο από δύο βιβλία, το οποίο έχει επίσης χαθεί.[5]

 Χρήστος Μπελόπουλος


Σημειώσεις

1.  Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις , Κορινθιακά, 15.5 & 19.5. 

2. James George Frazer, Myths of the Origin of Fire (γαλλική μετάφραση: εκδ Payot, 1967, σελ. 178).

3. G. Kinkel, απόσπασμα 2, σελ. 211.
                                         [...] ἔνθα γόητες
    Ἰδαῖοι, Φρύγες ἄνδρες, ὀρέστερα οἰκί᾿ ἔναιον,
    Κέλμις Δαμναμενεύς τε μέγας καὶ ὑπέρβιος Ἄκμων,
    εὐπάλαμοι θεράποντες ὀρείης Ἀδρηστείης,
    οἳ πρῶτοι τέχνηις πολυμήτιος Ἡφαίστοιο
    εὗρον ἐν οὐρείηισι νάπαις ἰόεντα σίδηρον
    ἐς πῦρ τ᾿ ἤνεγκαν καὶ ἀριπρεπὲς ἔργον ἔδειξαν.

4. G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta (1877), σελ. 209. Phoronis
-   Loeb Classical Library, Greek Epic Fragments. Genealogical and Antiquarian Epics. Phoronis (όπου περιλαμβάνεται και το απόσπασμα που βρέθηκε σε πάπυρο της Οξυρρύγχου).
5. William Smith, A dictionary of Greek and Roman biography and mythology (1867),Τόμος II, λήμμα "Hellanicus".

(Παραλλαγή του άρθρου αυτού δόθηκε για δημοσίευση στην ελληνική Βικιπαίδεια.)

Φωκαΐς (έπος)

Η Φωκαΐς ήταν ένα από τα χαμένα ποιήματα της αρχαϊκής εποχής, γραμμένο μάλλον γύρω στον 7ο π.Χ. αιώνα.[1] Το περιεχόμενο του μας είναι παντελώς άγνωστο.

Σύμφωνα με τον Βίο του Ομήρου[2] του Ψευδο-Ηροδότου, που διασώζει μάλλον μια παλαιότερη παράδοση των Φωκαέων, η Φωκαΐδα (όπως και η Μικρά Ιλιάς) γράφτηκε στην πόλη τους από τον Όμηρο όταν αυτός φιλοξενούταν στο σπίτι του γραμματοδιδάσκαλου Θεστορίδη. Αργότερα όμως ο Θεστορίδης αντέγραψε το έργο και το παρουσίαζε ως δικό του.[3]
"Αγρέας"

1. P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, USP, 1996.
2. Ψευδο-Ηρόδοτος, "Περί Ομήρου γενέσιος και βιοτής", στο Vitarum scriptores graeci minores, Λειψία, 1845.
• G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta (1877), σελ. 63. Phocais
3. Περί Ομήρου γενέσιος και βιοτής, 16.
(Το άρθρο αναρτήθηκε και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

"Χρηστομάθεια" του Πρόκλου

Η Χρηστομάθεια[1] [Χρηστομαθείας γραμματικῆς Ἐκλογαί] φαίνεται πως ήταν ένα εγχειρίδιο λογοτεχνίας γραμμένο από κάποιον Πρόκλο -που μερικοί ταυτίζουν με τον Πρόκλο τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο του 5ου μ.Χ. αιώνα και κάποιοι άλλοι με τον Ευτύχιο Πρόκλο, γραμματικό του 2ου μ.Χ. αιώνα. Το έργο πλέον έχει χαθεί,[2] σώζεται όμως μια σύντομη επιτομή του στην Βιβλιοθήκη του Φωτίου (9ος μ.Χ. αι.)[3] καθώς και κάποια αποσπάσματα σε βυζαντινά χειρόγραφα.[4]


Η επιτομή του Φωτίου

Σύμφωνα με τον Φώτιο, ο Πρόκλος άνοιγε την Χρηστομάθεια αναφέροντας τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ πρόζας και ποίησης και συνέχιζε με μια περισσότερο διεξοδική παρουσίαση των επιμέρους ποιητικών ειδών.

Δελφική Σίβυλλα
Τοιχογραφία του Μιχαήλ Άγγελου
στην Καπέλα Σιξτίνα
Για τον Επικό κύκλο έλεγε ότι περιελάμβανε όλες τις διηγήσεις από την μυθολογική ένωση του Ουρανού και της Γης (από τη οποία γεννήθηκαν οι Εκατόγχειρες και οι Κύκλωπες) μέχρι τον επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την μετέπειτα κατά λάθος δολοφονία του από τον γιό του Τηλέγονο -δολοφονία που σηματοδοτεί και το τέλος της μυθικής και ηρωικής εποχής.

Την απαρχή του έπους την ανήγε στην ιέρεια του Απόλλωνος και προφήτισσα Φημονόη, η οποία συνήθιζε να δίνει τους χρησμούς της σε δακτυλικό εξάμετρο, ενώ ως σημαντικότερους εποποιούς μνημόνευε τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Πανύασι, τον Πείσανδρο, και τον Αντίμαχο.[5]

Στην συνέχεια αναφερόταν στην ελεγεία και στον ίαμβο,[6] καθώς και στις διάφορες κατηγορίες της μελικής ποίησης· μνημόνευε επίσης τους κύριους εκπροσώπους του κάθε ποιητικού είδους.


Τα περιεχόμενα των χαμένων επών του Τρωικού κύκλου

Η Χρηστομάθεια του Πρόκλου είναι το μοναδικό έργο της αρχαιότητας που μας δίνει, περιληπτικά έστω, το περιεχόμενο των χαμένων επών του Τρωικού Κύκλου. Εκτός από την επιτομή του Φωτίου σώθηκαν και μερικά αποσπάσματα του έργου, τα οποία (με εξαίρεση το απόσπασμα που αναφέρεται στα Κύπρια Έπη), βρίσκονται όλα στον περίφημο κώδικα Venetus A της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης.[7]

Πολιπόρθης

O Πολιπόρθης[1] (ή Πτολιπόρθης κατά τον Παυσανία)[2] ήταν ο μικρότερος γιος του Οδυσσέα και της Πηνελόπης. Γεννήθηκε όταν ο Οδυσσέας έλειπε από την Ιθάκη και είδε για πρώτη φορά τον πατέρα του όταν αυτός επέστρεψε στο νησί μετά από πολυετή απουσία.

Σύμφωνα με τον Πρόκλο, τον συγγραφέα της Γραμματικής Χρηστομάθειας, αυτό συνέβη όταν ο Οδυσσέας ξαναγύρισε στην Ιθάκη από την Θεσπρωτία, (όπου είχε πάει μετά την μνηστηροφονία, είχε παντρευτεί την βασίλισσα των Θεσπρωτών Καλλιδίκη και είχε κάνει μαζί την έναν άλλο γιο, τον Πολυποίτη).[3] Γεγονότα που περιγράφονταν στα χαμένα έπη Τηλεγόνεια και Θεσπρωτίδα.


1. Ο πορθητής πόλεων: από το πόλις + πέρθω [εκπορθώ].
2. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, Αρκαδικά, 12.6.
3. R. Westphal, "Πρόκλου, Χρηστομαθείας Γραμματικής Β΄", στο: Scriptores metrici graeci (1866), σελ. 241.
•  Απολλόδωρος, Επιτομή Βιβλιοθήκης, 7.35.
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Αιγίμιος, ο μυθικός νομοθέτης των Δωριέων

Ο Αιγίμιος (ή Αιγιμιός), ο γιος του Δώρου, ο αρχαιότερος νομοθέτης της δωρικής φυλής σύμφωνα με τον Πίνδαρο,[1] ήταν γενάρχης και βασιλιάς των Δωριέων της Θεσσαλίας.

Όταν οι Λαπίθες με πολυάριθμο στρατό εισέβαλαν στην χώρα του, ο Αιγίμιος ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή τάζοντας του το ένα τρίτο του βασιλείου του. Ο Ηρακλής νίκησε τους Λαπίθες και σκότωσε τον Κόρωνο, τον βασιλιά τους, και τον σύμμαχό του Λαογόρα, τον βασιλιά των Δρυόπων.[2] Το μερίδιο όμως του βασιλείου, που αντιστοιχούσε στην αμοιβή του, το άφησε παρακαταθήκη στον Αιγίμιο με εντολή να το αποδώσει στους απογόνους του και ο ίδιος αναχώρησε για τη Τραχίνα.[3]

Αργότερα ο Ύλλος, ο γιος του Ηρακλή, προσπάθησε επικεφαλής των Ηρακλειδών να καταλάβει την Πελοπόννησο. Σκοτώθηκε όμως σε μονομαχία από τον Έχεμο, τον βασιλιά των Τεγεατών, και οι Ηρακλείδες γύρισαν προσωρινά πίσω. Μια ομάδα τους κατέφυγε στον Αιγίμιο, ζήτησε πίσω το μερίδιο του βασιλείου που τους είχε κληροδοτήσει ο πρόγονος και γενάρχης τους και εγκαταστάθηκε σ' αυτό.[4]

Ο Αιγίμιος είχε και δύο γιους, τον Πάμφυλο και τον Δυμάνα[5] από τους οποίους πήραν τα ονόματά τους δύο από τις Δωρικές φυλές: οι Πάμφιλοι και οι Δυμάνες. (Μια τρίτη φυλή, οι Υλλείς, πήρε το όνομά της από τον Ύλλο.)

Τους αγώνες του Αιγίμιου και του Ηρακλή ενάντια στους Λαπίθες και τους Δρύοπες διηγιόταν ένα χαμένο έπος ("Αιγίμιος"), που οι αρχαίοι απέδιδαν άλλοτε στον Ησίοδο και άλλοτε στον Κέρκωπα τον Μιλήσιο.[6] 
 

1. Πίνδαρος, Πυθιόνικοι, I (Ιέρωνι Αιτναίω, άρματι), 120.
         γιατί θέλουνε
         του Πάμφυλου οι απόγονοι και των Ηρακλειδών,
         που κάτω απ' του Ταΰγετου τους λόφους κατοικούν,
         πάντα πιστοί στου Αιγιμιού να μένουν τους θεσμούς.
         (μτφ. Ιωάννης Γρυπάρης).
2. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Β΄, 7.7.
3. Διόδωρος ο Σικελιώτης, Ιστορική βιβλιοθήκη, 4.37
4. Διόδωρος ο Σικελιώτης, Ιστορική βιβλιοθήκη, 4.58.
5. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Β΄, 8.3.
6. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, βιβλίον XI. p 503. Perseus (Ath. 11.109)
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Πείρας

1. Πείρας: σύζυγος της θεάς Στύγας και πατέρας της Έχιδνας -σύμφωνα με μια παλιά χαμένη παράδοση που μνημονεύει ο Παυσανίας επικαλούμενος τον Επιμενίδη.[1]

2. Πείρας[2] ή Πείρασος[3] ή Πείρανθος: γιος του του βασιλιά της Πελοποννήσου Άργους και της κόρης του Στρυμόνος Ευάδνης.


1. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις , VIII (Αρκαδικά), 18.2·
    [Ἐπιμενίδης δὲ ὁ Κρὴς εἶναι μὲν καὶ οὗτος θυγατέρα Ὠκεανοῦ τὴν Στύγα ἐποίησε, συνοικεῖν δὲ αὐτὴν οὐ Πάλλαντι, ἀλλὰ ἐκ Πείραντος Ἔχιδναν τεκεῖν, ὅστις δὴ ὁ Πείρας ἐστί].
2.  Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, βιβλίον Β', 1.2·
    [Ἄργος δὲ λαβὼν τὴν βασιλείαν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ τὴν Πελοπόννησον ἐκάλεσεν Ἄργος, καὶ γήμας Εὐάδνην τὴν Στρυμόνος καὶ Νεαίρας ἐτέκνωσεν Ἔκβασον Πείραντα Ἐπίδαυρον Κρίασον, ὃς καὶ τὴν βασιλείαν παρέλαβεν].
3.  Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησης, "Κορινθιακά", 16.1.

Ευρυγάνεια / Ευρυγάνη

Η Ευρυγάνεια ή Ευρυγάνη, η κόρη του Υπέρφαντα (ή του Τεύθραντα ή ακόμη του Λαπίθη Περίφαντα)[1], ήταν -κατά μία πολύ αρχαία παράδοση- η δεύτερη γυναίκα του Οιδίποδα μετά τον απαγχονισμό της Ιοκάστης. Μαζί της (και όχι με την Ιοκάστη) ο Οιδίπους απέκτησε τα τέσσερα παιδιά του: την Αντιγόνη, την Ισμήνη, τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη[2].

Σύμφωνα όμως μια άλλη παραλλαγή του μύθου, η Ευρυγάνεια ήταν σύζυγος του Λάιου, και άρα μητέρα ή, ίσως, μητριά του Οιδίποδα.[3] 


1. Πιέρ Γκριμάλ, Λεξικό της ελληνικής μυθολογίας, λήμμα: "Οιδίποδας", USP, 1991.
2. ό.π., λήμμα: "Ευρυγάνεια".
3. ό.π., λήμμα: "Λάιος"".
4. Αρχαίες πηγές για την Ευρυγάνεια:
• Παυσανίας, Ἑλλάδος περιήγησις, 9.5.11.
• Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, 3.5.8.
•  Σχόλιο στις Φοίνισσες του Ευριπίδη, στον στίχο 1760.
•  Φερεκύδης ο Αθηναίος, απόσπασμα 48, (C. Müller, Fragmenta historicorum graecorum (1841), "Pherecydis fragmenta", σελ. 70, τόμος I).
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Φιλοστέφανος, o στρατηγός του Πτολεμαίου Λάθυρμου

Ο Φιλοστέφανος ήταν στρατηγός του Πτολεμαίου Σωτήρος του Β΄ (του επονομαζόμενου κοροϊδευτικά και Λάθυρμου).

Συμμετείχε στην εκστρατεία του Πτολεμαίου εναντίον του βασιλιά των Εβραίων Αλέξανδρου Ιανναίου. Στη μάχη που έγινε κοντά στις όχθες του Ιορδάνη, στην τοποθεσία την αποκαλούμενη Ασωφών, συνέτριψε τον στρατό του Ιανναίου και οι άνδρες του κατάσφαξαν (σύμφωνα με τον Τιμαγένη) τρεις έως πέντε χιλιάδες υποχωρούντες Εβραίους στρατιώτες.[1]


1. Φλάβιος Ιώσηπος, Ιστορίαι της ιουδαϊκής αρχαιολογίας, 13.12.5.
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *