Στύγα, η χθόνια θεότητα
Στυγός θεογονία
Η Στύγα [Στύξ] (1) ήταν Νύμφη(2) ή Ωκεανίδα, η "εξοχότατη" από τις κόρες του Ωκεανού και της Τηθύος, (όπως μας πληροφορούν ο Ησίοδος(3) και ο Απολλόδωρος(4), ενώ ο Υγίνος την θέλει κόρη της Νυκτός(5) και του Ερέβους).(6)
Από τον Δία απέκτησε την Περσεφόνη(7) και από τον Πάλλαντα την Νίκη, τον Ζήλο, τον Κράτο(8) και την Βία(9) (10) (11) (στους οποίους ο Υγίνος προσέθεσε και την Σκύλλα)(12). Αντίθετα ο Παυσανίας, επικαλούμενος τον Επιμενίδη, ισχυρίζεται ότι η Στύγα δεν ήταν σύζυγος τού Πάλλαντα αλλά του Πείραντα από τον οποίο και απέκτησε την Έχιδνα(13).
Η φρικαλέα Στύγα διέμενε πάντοτε στο ζοφερό κι απόκοσμο βασίλειο του Άδου, στο ξακουστό παλάτι της το φωλιασμένο πάνω σε πανύψηλες θεόρατες ασημένιες κολώνες (14). Μόνο μια φορά, λέει, ανέβηκε στον Όλυμπο: όταν έσπευσε πρώτη αυτή να βοηθήσει (μαζί με τα παιδιά της) τον Δία στην άγρια και αμφίρροπη μάχη του εναντίον των Τιτάνων. Αυτός ως αντάλλαγμα για τις ανεκτίμητες υπηρεσίες της θα την τιμήσει με υπέρμετρη δύναμη, θα υποχρεώσει τους άλλους θεούς να ορκίζονται στο ιερό πλέον -ακόμη και γι' αυτούς- όνομα της, και θα προσκαλέσει τα παιδιά της να έρθουν να ζήσουν για πάντα μαζί του στο θεϊκό βουνό(15) (16). Ο Κράτος και η Βία θα γίνουν έκτοτε μόνιμοι παραστάτες του, πιστοί εκτελεστές των δυναστικών αποφάσεων του: Στον "Προμηθέα Δεσμώτη" του Αισχύλου τους βλέπουμε, στην αρχή του έργου, να σέρνουν τον αιχμάλωτο Τιτάνα και να πιέζουν τον δισταχτικό Ήφαιστο να τον αλυσοδέσει -σύμφωνα με τη ρητή προσταγή του Δία-σφιχτά στον "βράχο του Καυκάσου"(17).
Ο Στύγιος ποταμός και η λίμνη Στύγα
![]() |
| Η βάπτιση του Αχιλλέως στα ύδατα της Στυγός |
Μόνον ο Αχιλλέας (σύμφωνα μ' έναν μεταγενέστερο μύθο που διέσωσε ο Ρωμαίος ποιητής Στάτιος στην "Αχιλληίδα" του) άντεξε την θανατερή δύναμή τους, όταν η Θέτις κρυφά από τον Πηλέα τον βούτηξε μέσα τους και τον κατέστησε έτσι άτρωτο(21) - εκτός φυσικά από το σημείο που τον κράταγε, την διάσημη έκτοτε αχίλλειο πτέρνα.
Την θανατηφόρα δύναμη των στυγερών νερών εκμεταλλεύονταν, σύμφωνα με τον Στράβωνα, και οι φθονεροί Τελχίνες: τα ανακάτευαν με θειάφι και με το μείγμα που προέκυπτε ράντιζαν φυτά και ζώα για να τα καταστρέψουν και να τα αφανίσουν(22).
Ο Όρκος των Θεών
Μετά την Τιτανομαχία, ο Δίας όρισε να ορκίζονται εφεξής οι Αθάνατοι Θεοί στο "ἄφθιτον ὠγύγιον ὕδωρ", στο αρχέγονο δηλαδή και άφθαρτο νερό της Στύγας.
Λέει ο Ησίοδος: 'Οταν δύο θεοί φιλονικούν, ο Δίας, για να καταλάβει ποιος είναι ο επίορκος, στέλνει την Ίριδα να φέρει από τα Τάρταρα μέσα σε χρυσή υδροχόη λίγο απ' αυτό το φοβερό νερό. Τότε οι αντιμαχόμενοι θεοί πρέπει να πουν τον όρκο χύνοντας ταυτόχρονα λίγο απ' το νερό αυτό στη γη. (Ίσως και, σύμφωνα με τα έθιμα της τότε εποχής, να έπιναν και λίγο - όπως γλαφυρά υπέθεσαν αργότερα οι Βερνάν και Ντετιέν(23)).
Ο ένοχος, ο ψεύτης θεός, έπεφτε αμέσως κάτω παράλυτος, χωρίς ανάσα και φωνή, χωρίς να μπορεί να φέρει στα χείλη του γι' έναν ολόκληρο "ἐνιαυτόν" το νέκταρ και την αμβροσία (τις τροφές της αθανασίας). Αλλά και όταν θα έβγαινε από το ετήσιο αυτό κώμα, θα του απαγορευότανε παντελώς για τα επόμενα εννιά χρόνια οποιαδήποτε συμμετοχή στα συμβούλια, στα συμπόσια και στις συναναστροφές των θεών(24). Έτσι λοιπόν, για τους θεούς η Στύγα αντιπροσώπευε ό,τι η Γοργώ για τους ανθρώπους: τον τρόμο και την φρίκη"(25).
Ο όρκος των θεών εμφανίζεται αρκετές φορές στα κείμενα των αρχαίων ποιητών. Η Ἥρα ομνύει στο νερό της Στύγας (μπροστά στον θυμωμένο Δία) στην Ιλιάδα(26)· η Καλυψώ στην Οδύσσεια(27) (μπροστά στον δύσπιστο Οδυσσέα)· η Λητώ στον ομηρικό ύμνο στον Απόλλωνα(28):
"ἴστω νῦν τόδε γαῖα καὶ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθε
καὶ τὸ κατειβόμενον Στυγὸς ὕδωρ, ὅς τε μέγιστος
ὅρκος δεινότατός τε πέλει μακάρεσσι θεοῖσι..."
("Μαρτύροι ἡ γῆς κι ὁ οὐρανὸς ὁ ἀμέτρητος ἀπάνω,
καὶ τὰ νερὰ ποὺ χύνουνται στὸν Ἄδη ἀπὸ τὴ Στύγα,
τῶν θεῶν βαρὺς καὶ φοβερὸς αὐτὸς εἶν' ὅρκος πάντα"(29).)
Η Αρκαδική Στύγα (ὕδωρ της Στυγός(30)), πηγή-καταρράκτης σε απόκρημνη και δύσβατη περιοχή (σημερινή Νεραϊδορράχη) των Αροάνιων ορέων βρίσκεται κοντά στην αρχαία Νώνακρη (πόλη ερειπωμένη ήδη από την εποχή του Παυσανία). Σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις, ήταν παρακλάδι του ομώνυμου χθόνιου ποταμού του Άδη· και γι' αυτό ασφαλώς οι Αρκάδες συνήθιζαν να ορκίζονται στα νερά της μιμούμενοι τον όρκο των θεών(31).
Τα ψυχρά νερά της πηγής (σημερινό Μαυρονέρι ή Μαυρονέρια) σχηματίζουν χείμαρρο που χάνεται προσωρινά σε καταβόθρες και επανεμφανίζεται πιο κάτω για να ενωθεί με τον Κράθι ποταμό (νυν Ακράτα(32))(33). Ο Ηρόδοτος πάντως δίνει μια ελαφρώς διαφορετική περιγραφή στην εποχή του: "λιγοστό νερό", λέει, "αναβλύζει από βράχο και πέφτει στάλα στάλα σε γούβα, και γύρω γύρω τη γούβα τη ζώνει ξερολιθιά".(34)
Σύμφωνα με έναν μύθο που διέσωσε ο Πτολεμαίος Χέννος, η θεά Δήμητρα για να απαλλαγεί από τον Ποσειδώνα που την είχε ερωτευθεί και την παρενοχλούσε, μεταμορφώθηκε σε φοράδα. Όταν όμως καθρεφτίστηκε στα Ύδατα της Στυγός, ένιωσε απέχθεια για την εικόνα που αντίκρισε και όπως ήταν ταραγμένη έκανε μαύρα τα νερά του ποταμού.(35)
Τα νερά της αρκαδικής Στύγας, σύμφωνα με δοξασίες που μεταφέρει ο Παυσανίας, ήταν θανατηφόρα για ανθρώπους και ζώα. Τα αντικείμενα από γυαλί, κρύσταλλο ή πηλό που έπεφταν μέσα τους ράγιζαν και έσπαζαν· αυτά από κόκκαλο, χαλκό, σίδερο, κασσίτερο, άργυρο ή και χρυσό ακόμη σκούριαζαν και διαλύονταν. Κανένα αγγείο δεν μπορούσε να συγκρατήσει το νερό της Στύγας εκτός κι αν ήταν κατασκευασμένο από οπλή αλόγου.(36)
Λέει ο Ησίοδος: 'Οταν δύο θεοί φιλονικούν, ο Δίας, για να καταλάβει ποιος είναι ο επίορκος, στέλνει την Ίριδα να φέρει από τα Τάρταρα μέσα σε χρυσή υδροχόη λίγο απ' αυτό το φοβερό νερό. Τότε οι αντιμαχόμενοι θεοί πρέπει να πουν τον όρκο χύνοντας ταυτόχρονα λίγο απ' το νερό αυτό στη γη. (Ίσως και, σύμφωνα με τα έθιμα της τότε εποχής, να έπιναν και λίγο - όπως γλαφυρά υπέθεσαν αργότερα οι Βερνάν και Ντετιέν(23)).
Ο ένοχος, ο ψεύτης θεός, έπεφτε αμέσως κάτω παράλυτος, χωρίς ανάσα και φωνή, χωρίς να μπορεί να φέρει στα χείλη του γι' έναν ολόκληρο "ἐνιαυτόν" το νέκταρ και την αμβροσία (τις τροφές της αθανασίας). Αλλά και όταν θα έβγαινε από το ετήσιο αυτό κώμα, θα του απαγορευότανε παντελώς για τα επόμενα εννιά χρόνια οποιαδήποτε συμμετοχή στα συμβούλια, στα συμπόσια και στις συναναστροφές των θεών(24). Έτσι λοιπόν, για τους θεούς η Στύγα αντιπροσώπευε ό,τι η Γοργώ για τους ανθρώπους: τον τρόμο και την φρίκη"(25).
Ο όρκος των θεών εμφανίζεται αρκετές φορές στα κείμενα των αρχαίων ποιητών. Η Ἥρα ομνύει στο νερό της Στύγας (μπροστά στον θυμωμένο Δία) στην Ιλιάδα(26)· η Καλυψώ στην Οδύσσεια(27) (μπροστά στον δύσπιστο Οδυσσέα)· η Λητώ στον ομηρικό ύμνο στον Απόλλωνα(28):
"ἴστω νῦν τόδε γαῖα καὶ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθε
καὶ τὸ κατειβόμενον Στυγὸς ὕδωρ, ὅς τε μέγιστος
ὅρκος δεινότατός τε πέλει μακάρεσσι θεοῖσι..."
("Μαρτύροι ἡ γῆς κι ὁ οὐρανὸς ὁ ἀμέτρητος ἀπάνω,
καὶ τὰ νερὰ ποὺ χύνουνται στὸν Ἄδη ἀπὸ τὴ Στύγα,
τῶν θεῶν βαρὺς καὶ φοβερὸς αὐτὸς εἶν' ὅρκος πάντα"(29).)
Η Αρκαδική Στύγα
![]() |
| Τα ύδατα της Στυγός |
Τα ψυχρά νερά της πηγής (σημερινό Μαυρονέρι ή Μαυρονέρια) σχηματίζουν χείμαρρο που χάνεται προσωρινά σε καταβόθρες και επανεμφανίζεται πιο κάτω για να ενωθεί με τον Κράθι ποταμό (νυν Ακράτα(32))(33). Ο Ηρόδοτος πάντως δίνει μια ελαφρώς διαφορετική περιγραφή στην εποχή του: "λιγοστό νερό", λέει, "αναβλύζει από βράχο και πέφτει στάλα στάλα σε γούβα, και γύρω γύρω τη γούβα τη ζώνει ξερολιθιά".(34)
Σύμφωνα με έναν μύθο που διέσωσε ο Πτολεμαίος Χέννος, η θεά Δήμητρα για να απαλλαγεί από τον Ποσειδώνα που την είχε ερωτευθεί και την παρενοχλούσε, μεταμορφώθηκε σε φοράδα. Όταν όμως καθρεφτίστηκε στα Ύδατα της Στυγός, ένιωσε απέχθεια για την εικόνα που αντίκρισε και όπως ήταν ταραγμένη έκανε μαύρα τα νερά του ποταμού.(35)
Τα νερά της αρκαδικής Στύγας, σύμφωνα με δοξασίες που μεταφέρει ο Παυσανίας, ήταν θανατηφόρα για ανθρώπους και ζώα. Τα αντικείμενα από γυαλί, κρύσταλλο ή πηλό που έπεφταν μέσα τους ράγιζαν και έσπαζαν· αυτά από κόκκαλο, χαλκό, σίδερο, κασσίτερο, άργυρο ή και χρυσό ακόμη σκούριαζαν και διαλύονταν. Κανένα αγγείο δεν μπορούσε να συγκρατήσει το νερό της Στύγας εκτός κι αν ήταν κατασκευασμένο από οπλή αλόγου.(36)
Το νερό της Στύγας και ο θάνατος του Μ. Αλεξάνδρου
Αμέσως μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, φήμες κυκλοφόρησαν που λέγανε ότι αυτός πέθανε επειδή ήπιε νερό της Στύγας ριγμένο κρυφά από κάποιους στο κρασί του. Η φήμη αυτή μεταφέρεται με επιφύλαξη από τον Αρριανό(37), τον Πλόυταρχο(38) και τον Παυσανία(39), ενώ οι Ρωμαίοι ιστορικοί Κούρτιος Ρούφος(40) και Ιουστίνος(41) είναι μάλλον λιγότερο επιφυλακτικοί.
Ο Πλούταρχος θεωρεί ότι πηγή των διαδόσεων αυτών ήταν η Ολυμπιάδα. Οργανωτής δε της συνομωσίας φέρεται ο Αντίπατρος και εκτελεστές οι γιοί του Κάσσανδρος, Φίλιππος και Ιόλλας (που ήταν ο οινοχόος του Αλεξάνδρου). Μεταξύ των συνωμοτών αναφέρεται και ο Αριστοτέλης είτε ως σύμβουλος (Πλούταρχος) είτε ως ο προμηθευτής του δηλητηρίου (Αρριανός).
Η φήμη αυτή γνώρισε κάποια δημοσιότητα ξανά στις μέρες μας όταν σε διεθνές συνέδριο της Βαρκελώνης τοξικολόγοι του Πανεπιστημίου Στάφορντ ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα μιας έρευνας στην περιοχή της Αρκαδικής Στύγας. Σύμφωνα μ' αυτήν, ασβεστολιθικά πετρώματα που βρίσκονται στην περιοχή του Μαυρονερίου περιέχουν ένα βακτήριο που παράγει τοξίνη ικανή να προκαλέσει πυρετό, αφωνία και παράλυση· περιγραφή που θυμίζει τόσο τα προθανάτια συμπτώματα του Μ. Αλεξάνδρου, όσο και τις επιδράσεις που είχε (κατά τον μύθο) στους επίορκους θεούς το ύδωρ της Στυγός.(42)
Ο Πλούταρχος θεωρεί ότι πηγή των διαδόσεων αυτών ήταν η Ολυμπιάδα. Οργανωτής δε της συνομωσίας φέρεται ο Αντίπατρος και εκτελεστές οι γιοί του Κάσσανδρος, Φίλιππος και Ιόλλας (που ήταν ο οινοχόος του Αλεξάνδρου). Μεταξύ των συνωμοτών αναφέρεται και ο Αριστοτέλης είτε ως σύμβουλος (Πλούταρχος) είτε ως ο προμηθευτής του δηλητηρίου (Αρριανός).
Η φήμη αυτή γνώρισε κάποια δημοσιότητα ξανά στις μέρες μας όταν σε διεθνές συνέδριο της Βαρκελώνης τοξικολόγοι του Πανεπιστημίου Στάφορντ ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα μιας έρευνας στην περιοχή της Αρκαδικής Στύγας. Σύμφωνα μ' αυτήν, ασβεστολιθικά πετρώματα που βρίσκονται στην περιοχή του Μαυρονερίου περιέχουν ένα βακτήριο που παράγει τοξίνη ικανή να προκαλέσει πυρετό, αφωνία και παράλυση· περιγραφή που θυμίζει τόσο τα προθανάτια συμπτώματα του Μ. Αλεξάνδρου, όσο και τις επιδράσεις που είχε (κατά τον μύθο) στους επίορκους θεούς το ύδωρ της Στυγός.(42)
Στυξ η κουκουβάγια
Στο Λεξικόν του Ησυχίου, με το όνομα στύξ αναφέρεται και ένα είδος μπούφου ή κουκουβάγιας(43). Η κουκουβάγια ήταν άλλωστε σύμβολο των χθόνιων θεών, το σκοτεινό πουλί της Στύγας, όπως λέει ο Οβίδιος(44).
Το πουλί στύξ αναφέρει και ο μυθογράφος Αντωνίνος Λιβεράλις στις "Μεταμορφώσεις" του: ο Ερμής αφού τιμώρησε κατ' εντολή του Δία τους γιούς της Πολυφόντης, επειδή ήταν άγριοι με τους ανθρώπους και ασεβείς προς τους θεούς, μεταμόρφωσε και την ίδια στο νυχτοπούλι στύγα που τις νύχτες κρώζει προαναγγέλλοντας πολέμους και διχόνοια στους ανθρώπους(45).
Το πουλί στύξ αναφέρει και ο μυθογράφος Αντωνίνος Λιβεράλις στις "Μεταμορφώσεις" του: ο Ερμής αφού τιμώρησε κατ' εντολή του Δία τους γιούς της Πολυφόντης, επειδή ήταν άγριοι με τους ανθρώπους και ασεβείς προς τους θεούς, μεταμόρφωσε και την ίδια στο νυχτοπούλι στύγα που τις νύχτες κρώζει προαναγγέλλοντας πολέμους και διχόνοια στους ανθρώπους(45).
Στύγα και Αμέλης ποταμός
Στο τελευταίο βιβλίο της "Πολιτείας" (στην "διήγηση του Ηρός του Αρμενίου") αναφέρεται για πρώτη φορά σε γραπτό κείμενο της αρχαιότητας ο Αμέλης ποταμός, ο χθόνιος ποταμός της λήθης(46). Σύμφωνα με τον Ζαν-Πιέρ Βερνάν, είναι ο Πλάτων που επινόησε (βασιζόμενους στους μύθους για την Στύγα) τον Αμέλη ποταμό ως σύμβολο της αμέλειας· (που στο φιλοσοφικό του σύστημα δήλωνε την απουσία πνευματικής ανησυχίας ή την φυλακισμένη στο σώμα και στην ροή του χρόνου ψυχή).(47)
© Χρήστος Μπελόπουλος
(Παραλλαγή του άρθρου δόθηκε για δημοσίευση από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)
© Χρήστος Μπελόπουλος
(Παραλλαγή του άρθρου δόθηκε για δημοσίευση από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)
Σημειώσεις
1. Η λέξη στύξ συνδέεται με το ρήμα στυγέω (που σημαίνει μισώ και αποστρέφομαι) από το οποίο προέρχονται επίσης τα επίθετα στυγνός και στυγερός. Στύγα είναι στην κυριολεξία η Μισητή, η Φρικαλέα. (Ι. Σταματάκου, Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Βιβλιοπρομηθευτική, 1994.)
2. Καλλίμαχος, Ύμνος εἰς Δία, 33-36:
"Νέδῃ δε […] πρεσβυτάτῃ Νυμφέων […]
πρωτίστῃ γενεῇ μετά γε Στύγα τε Φιλύρην τε".
3. Ησίοδος, Θεογονία, 361-363:
"καὶ Στύξ, ἣ δή σφεων προφερεστάτη ἐστὶν ἁπασέων.
Αὗται δ᾽ Ὠκεανοῦ καὶ Τηθύος ἐξεγένοντο
πρεσβύταται κοῦραι· πολλαί γε μέν εἰσι καὶ ἄλλαι".
4. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2,2:
"ἐγένοντο δὲ Τιτάνων ἔκγονοι Ὠκεανοῦ μὲν καὶ Τηθύος Ὠκεανίδες, Ἀσία Στὺξ Ἠλέκτρα
Δωρὶς Εὐρονόμη Ἀμφιτρίτη Μῆτις […]".
5. Υγίνος, Fabulae, proefatio I.
6. Ο Κ. Κερένυϊ (στην "Μυθολογία" του) κάπου γράφει πως ήταν κόρη της Θέτιδος και κάπου αλλού κόρη της Τηθύος. Αλλά, όπως σημειώνει ο ίδιος (σελ. 53): " λίγο ξέρει κανείς αν η Τηθύς, η Θέτις και η Ευρυνόμη δεν είναι η παρουσία της ίδιας θεάς, εκείνης μάλιστα που τριπλά συνδέεται με τη θάλασσα και ονομάζεται διαφορετικά, ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο". (Η Μυθολογία των Αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996)
7. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 3,1:
"Ζεὺς […] γεννᾷ […] ἐκ δὲ Στυγὸς Περσεφόνην".
8. Το όνομα της θεότητας αυτής , στη μετάφραση της "Μυθολογίας" του Κερένυϊ, αποδίδεται ως ο Κράτος (στο αρσενικό γένος). Απόδοση ίσως προτιμότερη στα νεοελληνικά, αφού στην αρχαιότητα η λέξη "το κράτος (ή το κάρτος)" δεν είχε ακριβώς την ίδια με την σημερινή της σημασία (σήμαινε: ισχύς, δύναμη, ανδρεία - Λεξικόν Σταματάκου).
9. Ησίοδος, Θεογονία, 383-385:
"Στὺξ δ᾽ ἔτεκ᾽ Ὠκεανοῦ θυγάτηρ Πάλλαντι μιγεῖσα
Ζῆλον καὶ Νίκην καλλίσφυρον ἐν μεγάροισιν·
καὶ Κράτος ἠδὲ Βίην ἀριδείκετα γείνατο τέκνα".
("Κι' η Στύγα η κόρη του Ωκεανού, σμίγοντας με τον Πάλλαντα
έκανε στ' ανάκτορα το Ζήλο και την καμαροπερπάτητη τη Νίκη,
κι' έκαμε και το Κράτος και τη Βία, τα πολυξάκουστα παιδιά της."
Μτφ. Π. Λεκατσάς, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος)
10. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2,4:
"ἐγένετο […] Πάλλαντος δὲ καὶ Στυγὸς Νίκη Κράτος Ζῆλος Βία".
11. Στο "Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας" του Α. Ραγκαβή (λήμμα: "κράτος" ), στην ησιόδεια τετράδα των παιδιών της Στυγός και του Πάλλαντα, το όνομα του Ζήλου αντικαθίσταται από αυτό του Φόβου. Ως αδελφός(;) του Κράτους αναφέρεται ο Φόβος και στο εισαγωγικό σημείωμα του "Προμηθέα Δεσμώτη" των εκδόσεων Κάκτου.
12. Υγίνος, Fabulae, proefatio XVII.
13. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Αρκαδικά, 18.1, 18.2:
"Ἐπιμενίδης δὲ ὁ Κρὴς εἶναι μὲν καὶ οὗτος θυγατέρα Ὠκεανοῦ τὴν Στύγα ἐποίησε, συνοικεῖν δὲ αὐτὴν οὐ Πάλλαντι, ἀλλὰ ἐκ Πείραντος Ἔχιδναν τεκεῖν, ὅστις δὴ ὁ Πείρας ἐστί".3. Ησίοδος, Θεογονία, 361-363:
"καὶ Στύξ, ἣ δή σφεων προφερεστάτη ἐστὶν ἁπασέων.
Αὗται δ᾽ Ὠκεανοῦ καὶ Τηθύος ἐξεγένοντο
πρεσβύταται κοῦραι· πολλαί γε μέν εἰσι καὶ ἄλλαι".
4. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2,2:
"ἐγένοντο δὲ Τιτάνων ἔκγονοι Ὠκεανοῦ μὲν καὶ Τηθύος Ὠκεανίδες, Ἀσία Στὺξ Ἠλέκτρα
Δωρὶς Εὐρονόμη Ἀμφιτρίτη Μῆτις […]".
5. Υγίνος, Fabulae, proefatio I.
6. Ο Κ. Κερένυϊ (στην "Μυθολογία" του) κάπου γράφει πως ήταν κόρη της Θέτιδος και κάπου αλλού κόρη της Τηθύος. Αλλά, όπως σημειώνει ο ίδιος (σελ. 53): " λίγο ξέρει κανείς αν η Τηθύς, η Θέτις και η Ευρυνόμη δεν είναι η παρουσία της ίδιας θεάς, εκείνης μάλιστα που τριπλά συνδέεται με τη θάλασσα και ονομάζεται διαφορετικά, ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο". (Η Μυθολογία των Αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996)
7. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 3,1:
"Ζεὺς […] γεννᾷ […] ἐκ δὲ Στυγὸς Περσεφόνην".
8. Το όνομα της θεότητας αυτής , στη μετάφραση της "Μυθολογίας" του Κερένυϊ, αποδίδεται ως ο Κράτος (στο αρσενικό γένος). Απόδοση ίσως προτιμότερη στα νεοελληνικά, αφού στην αρχαιότητα η λέξη "το κράτος (ή το κάρτος)" δεν είχε ακριβώς την ίδια με την σημερινή της σημασία (σήμαινε: ισχύς, δύναμη, ανδρεία - Λεξικόν Σταματάκου).
9. Ησίοδος, Θεογονία, 383-385:
"Στὺξ δ᾽ ἔτεκ᾽ Ὠκεανοῦ θυγάτηρ Πάλλαντι μιγεῖσα
Ζῆλον καὶ Νίκην καλλίσφυρον ἐν μεγάροισιν·
καὶ Κράτος ἠδὲ Βίην ἀριδείκετα γείνατο τέκνα".
("Κι' η Στύγα η κόρη του Ωκεανού, σμίγοντας με τον Πάλλαντα
έκανε στ' ανάκτορα το Ζήλο και την καμαροπερπάτητη τη Νίκη,
κι' έκαμε και το Κράτος και τη Βία, τα πολυξάκουστα παιδιά της."
Μτφ. Π. Λεκατσάς, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος)
10. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2,4:
"ἐγένετο […] Πάλλαντος δὲ καὶ Στυγὸς Νίκη Κράτος Ζῆλος Βία".
11. Στο "Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας" του Α. Ραγκαβή (λήμμα: "κράτος" ), στην ησιόδεια τετράδα των παιδιών της Στυγός και του Πάλλαντα, το όνομα του Ζήλου αντικαθίσταται από αυτό του Φόβου. Ως αδελφός(;) του Κράτους αναφέρεται ο Φόβος και στο εισαγωγικό σημείωμα του "Προμηθέα Δεσμώτη" των εκδόσεων Κάκτου.
12. Υγίνος, Fabulae, proefatio XVII.
13. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Αρκαδικά, 18.1, 18.2:
("Ο κρητικός Επιμενίδης αναφέρει και αυτός τη Στύγα ως κόρη του Ωκεανού, όχι όμως και ως σύζυγο του Πάλλαντα· λέει πως γέννησε την Έχιδνα από τον Πείραντα, όποιος κι αν είναι ο Πείρας".)
14. Ησίοδος, Θεογονία, 775-779:
"Ἔνθα δὲ ναιετάει στυγερὴ θεὸς ἀθανάτοισι
δεινὴ Στύξ, θυγάτηρ ἀψοῤῥόου Ὠκεανοῖο
πρεσβυτάτη· νόσφιν δὲ θεῶν κλυτὰ δώματα ναίει
μακρῇσιν πέτρῃσι κατηρεφέ᾽· ἀμφὶ δὲ πάντη
κίοσιν ἀργυρέοισι πρὸς οὐρανὸν ἐστήρικται".
15. Ησίοδος, Θεογονία, 797-401:
"Ἦλθε δ᾽ ἄρα πρώτη Στὺξ ἄφθιτος Οὔλυμπόνδε
σὺν σφοῖσιν παίδεσσι φίλου διὰ μήδεα πατρός.
Τὴν δὲ Ζεὺς τίμησε, περισσὰ δὲ δῶρα ἔδωκεν.
Αὐτὴν μὲν γὰρ ἔθηκε θεῶν μέγαν ἔμμεναι ὅρκον,
παῖδας δ᾽ ἤματα πάντα ἕο μεταναιέτας εἶναι".
16. Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Α 2,5:
"τὸ δὲ τῆς Στυγὸς ὕδωρ ἐκ πέτρας ἐν Ἅιδου ῥέον Ζεὺς ἐποίησεν ὅρκον, ταύτην αὐτῇ
τιμὴν διδοὺς ἀνθ᾽ ὧν αὐτῷ κατὰ Τιτάνων μετὰ τῶν τέκνων συνεμάχησε".
17. Αισχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης, εκδ. Κάκτος, 1992.
18. Βιργίλιος, Αινειάδα, 6, 439.
19. Ησίοδος, Θεογονία, 786:
"ὅτ᾽ ἐκ πέτρης καταλείβεται ἠλιβάτοιο ὑψηλῆς".
20. Πλάτων, Φαίδων, 113c:
"ὁ τέταρτος ἐκπίπτει εἰς τόπον πρῶτον δεινόν τε καὶ ἄγριον, ὡς λέγεται, χρῶμα δ’ ἔχοντα
ὅλον οἷον ὁ κυανός, ὃν δὴ ἐπονομάζουσι Στύγιον, καὶ τὴν λίμνην ἣν ποιεῖ ὁ ποταμὸς
ἐμβάλλων, Στύγα".
21. Στάτιος, Αχιλληίς, Βιβλίον 1, (126 και 467 αγγλικής μετάφρασης).
22. Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίον ΙΔ, 2.7:
"Ἐκαλεῖτο δ᾽ ἡ Ῥόδος […] Τελχινὶς ἀπὸ τῶν οἰκησάντων Τελχίνων τὴν νῆσον͵ οὓς οἱ μὲν
βασκάνους φασὶ καὶ γόητας θείωι καταρρέοντας τὸ τῆς Στυγὸς ὕδωρ ζώων τε καὶ φυτῶν
ὀλέθρου χάριν".
23. J.-P. Vernant & M. Detienne, Μήτις (σελ.149), Δαίδαλος, 1993.
24. Ησίοδος, Θεογονία, 782-806.
25. J.-P. Vernant, Το Βλέμμα του Θανάτου, Αλεξάνδρεια, 1992.
26. Όμηρος, Ἰλιάς, Ραψωδία O , 36-38.
27. Όμηρος, Οδύσσεια, Ραψωδία Ε, 184-186.
28. Ομηρικός Ύμνος, Εἲς Ἀπόλλωνα (Δήλιον), 84-86.
29. Όμηρος, Οδύσσεια, μετάφραση Α. Εφταλιώτη.
30. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίον 8 (Αρκαδικά), 17.6.
31. Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, Βιβλίο Ζ (Ερατώ), 74-1:
"καὶ δὴ καὶ ἐς Νώνακριν πόλιν πρόθυμος ἦν τῶν Ἀρκάδων τοὺς προεστεῶτας ἀγινέων
ἐξορκοῦν τὸ Στυγὸς ὕδωρ".
32. Α. Ραγκαβή, Λεξικό Ελληνικής Αρχαιολογίας, εκδ. Κωνσταντινίδης, Αθήναι, 1888.
33. Ε. Κουρτίου, Ομηρικόν Λεξικόν, εκδ. Κωνσταντινίδης, Αθήναι,1888.
34. Ηρόδοτος,Ἱστορίαι, Βιβλίο Ζ (Ερατώ), 74-2:
"ὕδωρ ὀλίγον φαινόμενον ἐκ πέτρης στάζει ἐς ἄγκος, τὸ δὲ ἄγκος αἱμασιῆς τις περιθέει
κύκλος".
35. Πτολεμαίος Χέννος, Καινή Ιστορία, Βιβλίον 3, (Βιβλιοθήκη Φωτίου, 190):
"Ὅτι περὶ τοῦ ἐν Ἀρκαδίᾳ Στυγὸς ὕδατος οὕτω φασίν, ὡς Δημήτηρ πενθοῦσα τὴν θυγατέρα,
ἐπεὶ Ποσειδῶν αὐτὴν ἐν κατηφείᾳ οὖσαν ἐπείρα, εἰς ἵππον ἑαυτὴν μετεμόρφωσε χαλεπήνασα,
ἐλθοῦσα δ´ ἐπὶ τὴν πηγὴν καὶ θεασαμένη τὴν μορφὴν ἐστύγησέ τε καὶ τὸ ὕδωρ μέλαν
ἐποίησε".
36. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίον 8 (Αρκαδικά),18.3, 18.6:
"θάνατον δὲ τὸ ὕδωρ φέρει τοῦτο καὶ ἀνθρώπῳ καὶ ἄλλῳ ζῴῳ παντί. λέγεται δὲ ὅτι γένοιτό
ποτε ὄλεθρος ἀπ᾽ αὐτοῦ καὶ αἰξίν, αἳ τοῦ ὕδατος ἔπιον πρῶτον: χρόνῳ δὲ ὕστερον ἐγνώσθη
καὶ εἰ δή τι ἄλλο πρόσεστι τῷ ὕδατι τῶν ἐς θαῦμα ἡκόντων.
ὕαλος μέν γε καὶ κρύσταλλος καὶ μόρρια καὶ ὅσα ἐστὶν ἀνθρώποις ἄλλα λίθου ποιούμενα καὶ
τῶν σκευῶν τὰ κεραμεᾶ, τὰ μὲν ὑπὸ τῆς Στυγὸς τοῦ ὕδατος ῥήγνυται: κεράτινα δὲ καὶ ὀστέινα
σίδηρός τε καὶ χαλκός, ἔτι δὲ μόλιβδός τε καὶ κασσίτερος καὶ ἄργυρος καὶ τὸ ἤλεκτρον ὑπὸ
τούτου σήπεται τοῦ ὕδατος. τὸ δὲ αὐτὸ ἐν μετάλλοις τοῖς πᾶσι καὶ ὁ χρυσὸς πέπονθε: καίτοι γε
καθαρεύειν γε τὸν χρυσὸν ἀπὸ τοῦ ἰοῦ ἥ τε ποιήτρια μάρτυς ἐστὶν ἡ Λεσβία καὶ αὐτὸς ὁ
χρυσὸς ἐπιδείκνυσιν.
ἔδωκε δὲ ἄρα ὁ θεὸς τοῖς μάλιστα ἀπερριμμένοις κρατεῖν τῶν ὑπερηρκότων τῇ δόξῃ. τοῦτο
μὲν γὰρ τὰ μάργαρα ἀπόλλυσθαι πέφυκεν ὑπὸ τοῦ ὄξους, τοῦτο δὲ τὸν ἀδάμαντα λίθων ὄντα
ἰσχυρότατον τοῦ τράγου κατατήκει τὸ αἷμα: καὶ δὴ καὶ τὸ ὕδωρ οὐ δύναται τῆς Στυγὸς ὁπλὴν
ἵππου βιάσασθαι μόνην, ἀλλὰ ἐμβληθὲν κατέχεταί τε ὑπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ διεργάζεται τὴν
ὁπλήν".
37. Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασης, Βιβλίο έβδομο, 27.1-27.2:
"Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα οἶδα ἀναγεγραμμένα ὑπὲρ τῆς Ἀλεξάνδρου τελευτῆς͵ καὶ φάρμακον ὅτι
ἐπέμφθη παρὰ Ἀντιπάτρου Ἀλεξάνδρῳ καὶ ἐκ τοῦ φαρμάκου ὅτι ἀπέθανε· καὶ τὸ φάρμακον
ὅτι Ἀριστοτέλης μὲν Ἀντιπάτρῳ ἐξεῦρε δεδοικὼς ἤδη Ἀλέξανδρον Καλλισθένους ἕνεκα͵
Κάσανδρος δὲ ὁ Ἀντιπάτρου ἐκόμισεν· οἱ δὲκαὶ ὅτι ἐν ἡμιόνου ὁπλῇ ἐκόμισε καὶ τοῦτο
ἀνέγραψαν.
δοῦναι δὲ αὐτὸ Ἰόλλαν τὸν ἀδελφὸν Κασάνδρου τὸν νεώτερον· εἶναι γὰρ οἰνοχόον
βασιλικὸν τὸν Ἰόλλαν ..."
38. Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος, 77:
"Φαρμακείας δ’ ὑποψίαν παραυτίκα μὲν οὐδεὶς ἔσχεν, ἕκτῳ δ’ ἔτει φασὶ μηνύσεως γενομένης
τὴν Ὀλυμπιάδα πολλοὺς μὲν ἀνελεῖν, ἐκρῖψαι δὲ τὰ λείψανα τοῦ Ἰόλα τεθνηκότος, ὡς τούτου
τὸ φάρμακον ἐγχέαντος. οἱ δ’ Ἀριστοτέλην φάσκοντες Ἀντιπάτρῳ σύμβουλον γεγενῆσθαι τῆς
πράξεως καὶ ὅλως δι’ ἐκείνου κομισθῆναι τὸ φάρμακον Ἁγνόθεμίν τινα διηγεῖσθαι λέγουσιν
ὡς Ἀντιγόνου τοῦ βασιλέως ἀκούσαντα· τὸ δὲ φάρμακον ὕδωρ εἶναι ψυχρὸν καὶ παγετῶδες,
ἀπὸ πέτρας τινὸς ἐν Νωνάκριδι οὔσης ἣν ὥσπερ δρόσον λεπτὴν ἀναλαμβάνοντες εἰς ὄνου
χηλὴν ἀποτίθενται τῶν γὰρ ἄλλων οὐδὲν ἀγγείων στέγειν, ἀλλὰ διακόπτειν ὑπὸ ψυχρότητος
καὶ δριμύτητος. οἱ δὲ πλεῖστοι τὸν λόγον ὅλως οἴονται πεπλάσθαι τὸν περὶ τῆς φαρμακείας,
καὶ τεκμήριον αὐτοῖς ἐστιν οὐ μικρόν, ὅτι τῶν ἡγεμόνων στασιασάντων ἐφ’ ἡμέρας πολλὰς
ἀθεράπευτον τὸ σῶμα κείμενον ἐν τόποις θερμοῖς καὶ πνιγώδεσιν οὐδὲν ἔσχε τοιαύτης
φθορᾶς σημεῖον, ἀλλ’ ἔμεινε καθαρὸν καὶ πρόσφατον".
39. Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Βιβλίον 8 (Αρκαδικά), 18.6.:
"εἰ δὲ καὶ Ἀλεξάνδρου τοῦ Φιλίππου συνέβη τὴν τελευτὴν
διὰ τοῦ φαρμάκου γενέσθαι τούτου, σαφῶς μὲν οὐκ οἶδα, λεγόμενον δὲ οἶδα".
40. Κούρτιος Ρούφος. Ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου, τόμος 3 (LIV. X),
γαλλική μετάφραση: A. et A. Trognon.
41. Ιουστίνος, Επιτομή των Φιλιππικών του Πομπήιου Τρόγου, Βιβλίον ΙΒ, κεφ. 14,
ελληνική μετάφραση, Λειψία, 1817.
42. Εφημερίδα το Εθνος, 27-10-2010, "Τα νερά της Στυγός ο δολοφόνος".
43. "Στύξ· κρήνη εν άδου. ή ο σκώψ το όρνεον ή όρκος θεών".
44. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, XV, 779.
45. Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων συναγωγή, 21, Κάκτος, 2003.
"και εγένετο Πολυφόντη μεν Στυξ φθεγγόμενη νυκτός […] πολέμου και στάσεως ανθρώποις
άγγελος".
46. Πλάτων, Πολιτεία, Ι΄,621a.
47. J-P. Vernant, Mythe et Pensée chez les Grecs, "Le fleuve Amélès et la Mélétè Thanatou", Maspero, 1965. Ελληνική μετάφραση, Μύθος και Σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα, "Ο ποταμός Αμέλης και η μελέτη του θανάτου", εκδ. Δαίδαλος - Ζαχαρόπουλος.
Βιβλιογραφία
Αρχαία κείμενα με αναφορές για την Στύγα
- Αντωνίνος Λιβεράλις, Μεταμορφώσεων συναγωγή (21), Κάκτος, 2003.
- Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Α (2.2, 2.4, 2.5, 3.1). αρχ.
- Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Βιβλίο Ζ (27.1, 27.2). αρχ
- Βιργίλιος, Αινιεάδα, Βιβλίο 6 (426). αγγ. μτφ.
- Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Βιβλίον Ζ' (74.1, 74.2). αρχ. & μτφ.
- Ησίοδος, Θεογoνία (361-363, 383-385, 775-806). αρχ. & μτφ. 337-403 & 775-806 (Σ. Γκιργκένη)
- Ιουστίνος, Επιτομή των Φιλιππικών του Πομπηίου Τρόγου, Βιβίον ΙΒ' (κεφ. 14). μτφ.
- Καλλίμαχος, Ύμνος εἰς Δία (33-36). αρχ.
- Κούρτιος Ρούφος, Historiae Alexandri Magni [Ιστορίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου], Βιβλίο X. γαλ. μτφ.
- Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, xv (779). γαλ. μτφ.
- Οβίδιος, Fasti (Ημερολόγιον), III (793-808). γαλ. μτφ.
- Ομήρος, Ιλιάς, Ῥαψωδία O (36-38). αρχ. & μτφ (Καζαντζάκη - Κακριδή)
- Όμηρος, Οδύσσεια, Ῥαψωδία Ε (184-186). αρχ., μτφ. (Εφταλιώτη)
- Ομηρικός ύμνος Εἲς [Δήλιον] Ἀπόλλωνα (84-86). αρχ.
- Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Αρκαδικά (17.6 , 18, 19.3). αρχ. μτφ.
- Πλάτων, Πολιτεία, Βιβλίον Ι' (621α). αρχ.
- Πλάτων, Φαίδων (112e–115a). αρχ. & μτφ (Ε. Παπανούτσου)
- Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος (77). αρχ. μτφ. (Α. Ραγκαβή)
- Πτολεμαίος Χέννος, Καινή Ιστορία (Βιβλιοθήκη Φωτίου, 190), βιβλίον 3. αρχ & γαλ.μτφ
- Στάτιος, Αχιλληίς, βιβλίο I. αγγ.μτφ.
- Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλιον ΙΔ (2.7). αρχ.
- Υγίνος, Fabulae, proefatio (I & XVII). λατ.
Σύγχρονη βιβλιογραφία
- Κ. Κερένυϊ, Η Μυθολογία των Αρχαίων Ελλήνων, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996.
- J.-P. Vernant, Το Βλέμμα του Θανάτου, Αλεξάνδρεια, 1992.
- P. Vernant, Mythe et Pensée chez les Grecs, "Le fleuve Ameles et la Melete Thanatou", Maspero. (Ελλ. μτφρ.: Μύθος και Σκέψη στην Αρχαία Ελλάδα, "Ο ποταμός Αμέλης και η μελέτη θανάτου".)
Η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη
Η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας [Biblioteca nazionale Marciana], που οφείλει το όνομα της στον προστάτη άγιο της πόλης Μάρκο, θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες δημόσιες βιβλιοθήκες της Ιταλίας και είναι περίφημη για την συλλογή ελληνικών και λατινικών χειρογράφων που κατέχει. Βρίσκεται εγκατεστημένη σε ένα από τα ομορφότερα αναγεννησιακά κτήρια της πλατείας Αγίου Μάρκου.
Από το 1362, ο ποιητής Πετράρχης είχε ήδη προτείνει την ίδρυση μιας δημόσιας βιβλιοθήκης στην Βενετία και προς το σκοπό αυτό κληροδότησε στην πόλη την προσωπική του συλλογή βιβλίων. Το σχέδιο όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε αμέσως αλλά αρκετές δεκαετίες αργότερα, όταν (το 1468) ο Καρδινάλιος Βησσαρίων πρόσφερε και την δική του συλλογή λατινικών και ελληνικών χειρογράφων (υπό τον όρο, λέγεται, να αποδοθούν στην Ελλάδα όταν κάποτε αυτή θα απελευθερωνόταν -όρος που φυσικά δεν τηρήθηκε ποτέ).[3]
Μεταξύ των ετών 1500 και 1700 στην αρχική συλλογή του Βησσαρίωνος προστέθηκαν οι πλούσιες βιβλιοθήκες επιφανών οικογενειών της Βενετίας (Κονταρίνι, Ρεκανάτι, Φορτσέτι, Νάνι κ.ά.), ενώ αργότερα ενσωματώθηκαν σ' αυτήν και οι βιβλιοθήκες πολλών καταργημένων μοναστηριών.
Σήμερα στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, που εμπλουτίζεται συνεχώς, βρίσκονται περίπου 13.000 κώδικες και πάνω από 1.000.000 έντυπα βιβλία, μεταξύ των οποίων 2.283 αρχέτυπα και 24.000 παλαιότυπα, καθώς και μια μεγάλη συλλογή χαρτών.
Ιστορικό
Σύμφωνα με το επίσημο ιστορικό της Βιβλιοθήκης,[1] οι εργασίες ανέγερσης του κτηρίου ξεκίνησαν το 1536 από τον αρχιτέκτονα και γλύπτη Τζάκοπο Σανσοβίνο,[2] συνεχίσθηκαν μετά τον θάνατο του τελευταίου από τον Βιτσέντζο Σκαμότσι και αποπερατώθηκαν το 1582. Το εσωτερικό του διακοσμήθηκε από τους μεγάλους καλλιτέχνες της Βενετικής Σχολής.
![]() |
| Παλαιά αίθουσα ανάγνωσης |
Μεταξύ των ετών 1500 και 1700 στην αρχική συλλογή του Βησσαρίωνος προστέθηκαν οι πλούσιες βιβλιοθήκες επιφανών οικογενειών της Βενετίας (Κονταρίνι, Ρεκανάτι, Φορτσέτι, Νάνι κ.ά.), ενώ αργότερα ενσωματώθηκαν σ' αυτήν και οι βιβλιοθήκες πολλών καταργημένων μοναστηριών.
Σήμερα στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, που εμπλουτίζεται συνεχώς, βρίσκονται περίπου 13.000 κώδικες και πάνω από 1.000.000 έντυπα βιβλία, μεταξύ των οποίων 2.283 αρχέτυπα και 24.000 παλαιότυπα, καθώς και μια μεγάλη συλλογή χαρτών.
Τα ελληνικά χειρόγραφα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης
Κώδικας Venetus A
Ο Κώδικας Venetus A, γνωστός επίσης και ως Marcianus Graecus 454, που βρίσκεται σήμερα στην κατοχή της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας περιέχει το αρχαιότερο και αρτιότερο αντίγραφο της Ιλιάδας.
Αντιγράφηκε τον 10ο μ.Χ. αιώνα πιθανόν από τον γνωστό και από άλλα χειρόγραφα της ίδιας εποχής μοναχό Εφραίμ.[1] Τον 15ο αιώνα βρισκόταν στην κατοχή του Καρδιναλίου Βησσαρίωνος, ο οποίος το 1468 το πρόσφερε μαζί με τα άλλα χειρόγραφα της πλούσιας βιβλιοθήκης του στην πόλη της Βενετίας.[2] Η δωρεά αυτή του Βησσαρίωνος αποτέλεσε τον αρχικό πυρήνα της μετέπειτα ιδρυθείσας Μαρκιανής Βιβλιοθήκης.
Στον Venetus A, εκτός από το αρχαίο κείμενο της Ιλιάδος, συμπεριλαμβάνονται εκτεταμένες συλλογές σχολίων και σημειώσεων αλεξανδρινών λογίων, καθώς και αποσπάσματα από την Χρηστομάθεια του Πρόκλου στα οποία σώζονται σύντομες περιλήψεις των χαμένων ποιημάτων του Τρωικού Κύκλου.
Τον Venetus A "ανακαλύψε" στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη ο Γάλλος φιλόλογος Ζαν-Μπατίστ ντε Βιλουαζόν και τον εξέδωσε το 1788 στην Βενετία.[3] Στην περίφημη αυτή έκδοση βασίζονται έκτοτε όλες οι μεταγενέστερες εκδόσεις της Ιλιάδος. Τα τελευταία χρόνια το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ σε συνεργασία με την Μαρκιανή βιβλιοθήκη φωτοτύπησε με τα σύγχρονα μέσα που διαθέτει ολόκληρο των κώδικα Venetus A, με στόχο να τον καταστήσει διαδικτυακά προσβάσιμο.[4]
1. Bertrand Hemmerdinger, Le Venetus A de l'Iliade et le scibe Ephrem, στο "Sur deux manuscrits grecs (Venetus A de l'Iliade - Laurentianus XXXII 2 d'Euripide)", Revue des Études Grecques, tome 69, fascicule 326-328, Juillet-décembre 1956. pp. 433-435.
2. Anthony Grafton/ Glenn W Most/ Salvatore Settis, The Classical Tradition, σελ. 126, Harvard University Press, 2010.
3. Jean Baptiste Gaspard d'Ansse de Villoison, Ομήρου Ιλιάς συν τοις σχολίοις - Homeri Ilias ad veteris codicis veneti fidem recensita. Scholia in eam antiquissima ex eodem codice aliisque, nunc primum edidit cum asteriscis, obeliscis aliisque signis criticis. Φωτοτυπία έκδοσης
4. Center for Hellenic Studies (CHS).
![]() |
| Κώδικας Venetus A |
Στον Venetus A, εκτός από το αρχαίο κείμενο της Ιλιάδος, συμπεριλαμβάνονται εκτεταμένες συλλογές σχολίων και σημειώσεων αλεξανδρινών λογίων, καθώς και αποσπάσματα από την Χρηστομάθεια του Πρόκλου στα οποία σώζονται σύντομες περιλήψεις των χαμένων ποιημάτων του Τρωικού Κύκλου.
Τον Venetus A "ανακαλύψε" στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη ο Γάλλος φιλόλογος Ζαν-Μπατίστ ντε Βιλουαζόν και τον εξέδωσε το 1788 στην Βενετία.[3] Στην περίφημη αυτή έκδοση βασίζονται έκτοτε όλες οι μεταγενέστερες εκδόσεις της Ιλιάδος. Τα τελευταία χρόνια το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ σε συνεργασία με την Μαρκιανή βιβλιοθήκη φωτοτύπησε με τα σύγχρονα μέσα που διαθέτει ολόκληρο των κώδικα Venetus A, με στόχο να τον καταστήσει διαδικτυακά προσβάσιμο.[4]
1. Bertrand Hemmerdinger, Le Venetus A de l'Iliade et le scibe Ephrem, στο "Sur deux manuscrits grecs (Venetus A de l'Iliade - Laurentianus XXXII 2 d'Euripide)", Revue des Études Grecques, tome 69, fascicule 326-328, Juillet-décembre 1956. pp. 433-435.
2. Anthony Grafton/ Glenn W Most/ Salvatore Settis, The Classical Tradition, σελ. 126, Harvard University Press, 2010.
3. Jean Baptiste Gaspard d'Ansse de Villoison, Ομήρου Ιλιάς συν τοις σχολίοις - Homeri Ilias ad veteris codicis veneti fidem recensita. Scholia in eam antiquissima ex eodem codice aliisque, nunc primum edidit cum asteriscis, obeliscis aliisque signis criticis. Φωτοτυπία έκδοσης
4. Center for Hellenic Studies (CHS).
"Αγρέας"
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)
Αιγίμιος (έπος)
![]() |
| Ηρακλής τοξότης Εμίλ Αντουάν Μπουρντέλ (1909) Μουσείο Ορσαί (Παρίσι) |
Σώθηκαν οκτώ μόλις αποσπάσματα[2] που κάνουν λόγο για τις περιπέτειες της Ιούς, τον Άργο, την Θέτιδα και τον Πηλέα, τον Φρίξο και τους Αργοναύτες. Φιλολογικές μελέτες αποδεικνύουν ωστόσο ότι τα παραπάνω ιστορίες ήταν εμβόλιμες διηγήσεις και ότι το πρωταρχικό θέμα του έργου ήταν τα κατορθώματα του Ηρακλή, συμμάχου του βασιλιά των Δωριέων Αιγιμίου στον πόλεμο του ενάντια στους Λαπίθες και τους Δρύοπες.[3]
[Καὶ ὁ τὸν Αἰγίμιον δὲ ποιήσας εἴθ´ Ἡσίοδός ἐστιν ἢ Κέρκωψ ὁ Μιλήσιος].
2. H.G Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Αιγίμιος", σελ. 270 -274.
3. A. Severyns, Le cycle épique dans l'école d'Aristarque, "Aegimios". σελ. 178-182, Droz, 1928.
• J. Schwartz, Pseudo- Hesiodeia, "Aegimios", σελ. 261- 295, Brill , 1960.
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)
Αλκμαιωνίς / Αλκμεωνίς
Η Ἀλκμαιωνίς (ή Ἀλκμεωνίς) ήταν ένα -χαμένο σήμερα- έπος γραμμένο από κάποιον άγνωστο ποιητή τον 7ο ή 6ο π.Χ. αιώνα. Ως κεντρικό χαρακτήρα είχε τον Αλκμαίωνα, τον γιο του Αμφιάραου, και το περιεχόμενό του ήταν ανάλογο με το περιεχόμενο των Επιγόνων. (Ορισμένοι μάλιστα μελετητές υποστήριξαν ότι τα δύο έπη, η "Αλκμαιωνίς" και οι "Επίγονοι", ταυτίζονταν ή ότι το πρώτο ήταν απλώς ένα από τα τμήματα του δεύτερου -άποψη που σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.)
Το περιεχόμενο της Αλκμαιωνίδος
Σύμφωνα με τον Βέλγο ελληνιστή Αλμπέρ Σεβερένς (Albert Severyns)[1] το περιεχόμενο της Αλκμαιωνίδας ήταν περίπου το εξής:
• Ένας χρησμός είχε πληροφορήσει τους Επιγόνους ότι προκειμένου να κατακτήσουν την Θήβα όφειλαν να κάνουν αρχηγό της εκστρατείας τους τον Αλκμαίωνα . Ο Αλκμαίων παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, μετά και από την πιεστική παρέμβαση της μητέρας του (της Εριφύλης), δέχθηκε τελικά την πρόκληση και τέθηκε επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.
• Στον Γλίσαντα σκότωσε τον βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα (ο οποίος προηγουμένως είχε φονεύσει τον γιο του Άδραστου, τον Αιγιαλέα), κατέκτησε την Θήβα και επέστρεψε θριαμβευτής στο Άργος.
• Στην Αλκμαιωνίδα παρεμβάλλονταν επίσης (όπως προκύπτει από τα σωζόμενα αποσπάσματα[2]) και ιστορίες σχετικές με τον Τυδέα, τον Πηλέα, τον Πέλοπα, τον Ατρέα και τον Θυέστη[3].
• Το μεγαλύτερο όμως μέρος του έπους καταλάμβανε η εξιστόρηση του κρίματος του Αλκμαίωνα, δηλαδή της μητροκτονίας που αυτός (ως άλλος Ορέστης) διέπραξε σκοτώνοντας την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του.
• Ένας χρησμός είχε πληροφορήσει τους Επιγόνους ότι προκειμένου να κατακτήσουν την Θήβα όφειλαν να κάνουν αρχηγό της εκστρατείας τους τον Αλκμαίωνα . Ο Αλκμαίων παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, μετά και από την πιεστική παρέμβαση της μητέρας του (της Εριφύλης), δέχθηκε τελικά την πρόκληση και τέθηκε επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.
• Στον Γλίσαντα σκότωσε τον βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα (ο οποίος προηγουμένως είχε φονεύσει τον γιο του Άδραστου, τον Αιγιαλέα), κατέκτησε την Θήβα και επέστρεψε θριαμβευτής στο Άργος.
• Στην Αλκμαιωνίδα παρεμβάλλονταν επίσης (όπως προκύπτει από τα σωζόμενα αποσπάσματα[2]) και ιστορίες σχετικές με τον Τυδέα, τον Πηλέα, τον Πέλοπα, τον Ατρέα και τον Θυέστη[3].
• Το μεγαλύτερο όμως μέρος του έπους καταλάμβανε η εξιστόρηση του κρίματος του Αλκμαίωνα, δηλαδή της μητροκτονίας που αυτός (ως άλλος Ορέστης) διέπραξε σκοτώνοντας την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του.
Αμφιαράου εξέλασις
![]() |
| Αμφιάραος κλεμμένο ανάγλυφο από τον Ωρωπό στο Μουσείο της Περγάμου (Βερολίνο) |
Από την Αμφιαράου εξέλασιν σώθηκε μόνον ένα τρίστιχο απόσπασμα[3](που βέβαια κάλλιστα θα μπορούσε να προέρχεται και από την Θηβαΐδα), στο οποίο ο Αμφιάραος συμβουλεύει τον μικρό του γιο, τον Αμφίλοχο, με αυτά τα λόγια:
του χταποδιού, παιδί μου, ήρωα Αμφίλοχε, να έχεις την νοοτροπία
να προσαρμόζεσαι σε κάθε λαό, όπου πηγαίνεις
να γίνεσαι κάθε φορά διαφορετικός ακολουθώντας του τόπου [τις συνήθειες].[4]
Χρἠστος Μπελόπουλος
1. Hugh G. Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Ἀμφιαράου ἐξέλασις" [The expedition of Amphiaraus], σελ. 532.
2. M.L. West, Homeric Hymns. Homeric Apocrypha, "Lives of Homer 6 - Hesychius Milesius", σελ. 430, Loeb Classical Library 496, Harvard University Press, 2003.
3. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Ἀμφιαράου ἐξέλασις", σελ. 143-147, εκδ. Κάκτος, 2005.
4. Πολύποδός μοι, τέκνον, ἔχον νόον, Ἀμφίλοχ᾿ ἥρως
τοῖσιν ἐφαρμόζειν, τῶν κατὰ δῆμον ἵκηαι,
ἄλλοτε δ᾿ ἀλλοῖος τελέθειν καὶ χώρῃ ἕπεσθαι.
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια .)
Δαναΐς (έπος)
![]() |
| Δαναΐδες (1900) του Φερνάντ Σαμπατέ |
"Αγρέας"
1. P. Kroh, Λεξικό Αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, 1996.
2. Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς IV.
Καὶ τότ' ἄρ' ὡπλίζοντο θοῶς Δαναοῖο θύγατρες
πρόσθεν ἐυρρεῖος ποταμοῦ Νείλοιο ἄνακτος.
(G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta, "Danais", σελ. 78.)
3. Αρποκρατίων, λήμμα: "Αὐτόχθονες"·
[Ὁ δὲ Πίνδαρος καὶ ὁ τὴν Δαναΐδα πεποιηκώς φασιν Ἐριχθόνιον καὶ Ἥφαιστον ἐκ τῆς γῆς φανῆναι].
2. Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς IV.
Καὶ τότ' ἄρ' ὡπλίζοντο θοῶς Δαναοῖο θύγατρες
πρόσθεν ἐυρρεῖος ποταμοῦ Νείλοιο ἄνακτος.
(G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta, "Danais", σελ. 78.)
3. Αρποκρατίων, λήμμα: "Αὐτόχθονες"·
[Ὁ δὲ Πίνδαρος καὶ ὁ τὴν Δαναΐδα πεποιηκώς φασιν Ἐριχθόνιον καὶ Ἥφαιστον ἐκ τῆς γῆς φανῆναι].
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)
Επίγονοι (έπος)
Οι Επίγονοι ήταν ένα επικό ποίημα επτά χιλιάδων στίχων[1] που διηγιόταν την πολιορκία και τελικά την άλωση της Θήβας από τους γιους [τους Επιγόνους] των επτά Αργείων ηγεμόνων ["Επτά επί Θήβας"], οι οποίοι δέκα χρόνια πρωτύτερα είχαν επιχειρήσει ανεπιτυχώς τότε την κατάληψη της ίδιας πόλης.
Οι Επίγονοι ανήκαν (μαζί με τη Οιδιπόδεια και τη Θηβαΐδα) στον θηβαϊκό επικό κύκλο και ως πιθανός ποιητής τους αναφερόταν (με επιφύλαξη) άλλοτε ο Όμηρος[2] και άλλοτε ο Αντίμαχος ο Τήιος[3].
Σε γενικές γραμμές το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο των Επιγόνων ήταν το εξής: Οι Επίγονοι έχοντας επικεφαλής αυτήν την φορά τον Αιγιαλέα, τον γιο του Άδραστου, νίκησαν αρχικά τον γιο του Ετεοκλή και βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα στη μάχη του Γλίσαντα. Οι Θηβαίοι αναγκάσθηκαν τότε να υποχωρήσουν και να οχυρωθούν πίσω από τα τείχη της πόλης τους, αλλά ύστερα από μια σύντομη πολιορκία παραδόθηκαν. Οι νικητές τοποθέτησαν στο θρόνο της Θήβας τον γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αφιέρωσαν στο μαντείο των Δελφών τον αιχμάλωτο μάντη Τειρεσία και την κόρη του Μαντώ. Ο Τειρεσίας όμως καθ' οδόν προς τους Δελφούς πέθανε και η Μαντώ μετά από λίγο κατέφυγε στην Κολοφώνα[4]. Όλοι οι Επίγονοι, εκτός από τον Αιγιαλέα που σκοτώθηκε, επέστρεψαν σώοι και θριαμβευτές στις πατρίδες τους.
Οι Επίγονοι ανήκαν (μαζί με τη Οιδιπόδεια και τη Θηβαΐδα) στον θηβαϊκό επικό κύκλο και ως πιθανός ποιητής τους αναφερόταν (με επιφύλαξη) άλλοτε ο Όμηρος[2] και άλλοτε ο Αντίμαχος ο Τήιος[3].
Περιεχόμενο και αποσπάσματα
Η άλωση της Θήβας
![]() |
| Μυκηναίοι πολεμιστές |
Επικιχλίδες
![]() |
| Όμηρος (λεπτομέρεια από την τοιχογραφία "Παρνασσός" του Ραφαήλ) |
Ο Αθήναιος επικαλούμενος παλαιότερη μαρτυρία του ιστορικού Μέναιχμου γράφει ότι το ποίημα ονομάσθηκε Επικιχλίδες, επειδή κάποτε ο Όμηρος τραγουδώντας το σε παιδιά έλαβε ως δώρο-ανταμοιβή κίχλες [κίχλη: το μικρό πουλί τσίχλα].[3]
Ίσως όμως το όνομα του τίτλου να σχετίζεται περισσότερο με την λέξη "κιχλισμοί", που σήμαινε τα δυνατά γέλια ή τους καγχασμούς.[4]
Χρήστος Μπελόπουλος
Σημειώσεις
1. M. L. West , Homeric Hymns. Homeric Apocrypha. Lives of Homer, "Epikichlides", σελ. 254-257, Loeb Classical Library 496. Harvard University Press, 2003.2. M. L. West, ό.π. [καὶ τοὺς Κέρκωπας καὶ Βατραχομαχίαν καὶ Ψαρομαχίην καί Ἑπταπακτικήν καὶ Ἐπικιχλίδας καὶ τἄλλα πάντα ὅσα παίγνιά ἐστιν Ὁμήρου ἐνταῦθα ἐποίησε παρὰ τῷ Χίῷ ἐν Βολισσῷ].
3. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 2.68· [ὅτι τὸ εἰς Ὅμηρον ἀναφερόμενον ἐπύλλιον, ἐπιγραφόμενον δὲ Ἐπικιχλίδες, ἔτυχε ταύτης τῆς προσηγορίας διὰ τὸ τὸν Ὅμηρον ᾁδοντα αὐτὸ τοῖς παισὶ κίχλας δῶρον λαμβάνειν, ἱστορεῖ Μέναιχμος ἐν τῷ περὶ τεχνιτῶν]. Perseus (Ath. 2.68)
4. Brill's New Pauly Encyclopedia Of The Ancient World, " Epikichlides". Brill Online
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια .)
Θεσπρωτίς (έπος)
![]() |
| Οδυσσεύς (άγαλμα ρωμαϊκής εποχής) |
Εκτός από τον τίτλο του, που αναφέρεται μία και μοναδική φορά από τον Παυσανία[1], δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τίποτε άλλο γι' αυτό. Εικάζουμε μόνον ότι πραγματευόταν τις περιπέτειες του Οδυσσέα στην Θεσπρωτία και ότι ήταν η πηγή της μεταγενέστερης Τηλεγονείας.[2] (Υπάρχουν βέβαια και οι μελετητές που, αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι η Θεσπρωτίς ήταν απλά και μόνον μια άλλη ονομασία της Τηλεγονείας ή ίσως κάποιο από τα βιβλία της.)
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι ένα ποίημα για τους Θεσπρωτούς, δηλαδή μια "Θεσπρωτίδα", είχε γράψει και ο (μυθικός) ποιητής Μουσαίος, το οποίο κατέκλεψε αργότερα ο Ευγάμμων ο Κυρηναίος (ο φερόμενος και ως δημιουργός της Τηλεγονείας).[3]
Σημειώσεις
1. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, "Αρκαδικά", 12.5. 2. A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 138, εκδ. Κυριακίδη, 2011.
• P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, λήμμα: "Θεσπρωτίς", εκδ.USP, 1996.
3. Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.25.1· [αὐτοτελῶς γὰρ (οἱ Ἐλληνες) τὰ ἑτέρων ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν, καθάπερ Εὐγάμμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ Μουσαίου τὸ περὶ Θεσπρωτῶν βιβλίον ὁλόκληρον].
Να σημειωθεί πάντως ότι ο Μουσαίος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που χάνεται, όπως και ο δάσκαλός του ο Ορφέας, στην αχλή του μύθου.
(Παραλλαγή του άρθρου αυτού δόθηκε για δημοσίευση καιστην ελληνική Βικιπαίδεια.)
Θηβαΐς (έπος)
Η Θηβαΐδα [Θηβαΐς], ένα μεγάλο πολύ παλιό και χαμένο σήμερα επικό ποίημα 7000 στίχων,[1] διηγιόταν την διαμάχη και τον αλληλοσκοτωμό των γιων του Οιδίποδα (του Πολυνείκη και του Ετεοκλή) και τον αφανισμό των Επτά ηγεμόνων, οι οποίοι υπό την αρχιστρατηγία του βασιλιά του Άργους Άδραστου, επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Θήβα -μια ιστορία που μας είναι κυρίως γνωστή από τις τραγωδίες Επτά επί Θήβας του Αισχύλου και Φοίνισσαι του Ευριπίδη.
Η Θηβαΐδα μαζί με την Οιδιπόδεια και τους Επιγόνους συναποτελούσε τον θηβαϊκό επικό κύκλο[2], ο οποίος πραγματευόταν τους σχετικούς με το γένος των Λαβδακιδών[3] μύθους. Ο Παυσανίας (ο οποίος εκτιμούσε ότι η Θηβαΐς υπολειπόταν σε ποιητική αξία μόνον της Ιλιάδας και της Οδύσσειας[3]), αναφέρει ότι ο Καλλίνος ο Εφέσιος, ο ελεγειακός ποιητής του 7ου π.Χ. αιώνα, απέδιδε την Θηβαΐδα στον Όμηρο[4] -άποψη που υιοθετούσε και ο άγνωστος συγγραφέας του Αγώνος Ομήρου και Ησιόδου (ενός μικρού έργου της ελληνιστικής εποχής)[5]. Ωστόσο άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αθήναιος[6] ή ο Απολλόδωρος[7], αν και μνημόνευαν την Θηβαΐδα και ανέφεραν στίχους απ' αυτήν, δήλωναν παράλληλα παντελή άγνοια ως προς τον πραγματικό της δημιουργό.
1. Ο ποιητής της Θηβαΐδος
![]() |
| Ετεοκλής και Πολυνείκης (;) |
2. Το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο της Θηβαΐδος και τα αποσπάσματα που σώθηκαν
Ο εναρκτήριος στίχος της Θηβαΐδος
Από την Θηβαΐδα σώθηκαν ελάχιστοι στίχοι[8] μεταξύ των οποίων και ο εναρκτήριος στίχος του ποιήματος που περιλαμβάνει την καθιερωμένη στην επική ποίηση επίκληση στην Θεά ή στην Μούσα:
Ἄργος ἄειδε, θεά, πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες.[9]
(Το Άργος ψάλε, θεά, το άνυδρο, απ' όπου οι βασιλιάδες…)
"προσευχήθηκε στον άνακτα Δία και στους άλλους αθανάτους
να δώσει να κατέβουν αλληλοσκοτωμένα στον Άδη [τα παιδιά του]"[11].
Ἄργος ἄειδε, θεά, πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες.[9]
(Το Άργος ψάλε, θεά, το άνυδρο, απ' όπου οι βασιλιάδες…)
Η κατάρα του Οιδίποδα
Στη συνέχεια του ποιήματος, όπως προκύπτει από δύο αποσπάσματα (δεκατεσσάρων συνολικά στίχων) που σώθηκαν από τον Αθήναιο και κάποιον ανώνυμο σχολιαστή, ο ποιητής της Θηβαΐδας αναφερόταν στην κατάρα του Οιδίποδα, ο οποίος επειδή ένιωθε περιφρονημένος ή και παραγκωνισμένος από τους γιους του,[10]"προσευχήθηκε στον άνακτα Δία και στους άλλους αθανάτους
να δώσει να κατέβουν αλληλοσκοτωμένα στον Άδη [τα παιδιά του]"[11].
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













