Η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη

Η Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας [Biblioteca nazionale Marciana], που οφείλει το όνομα της στον προστάτη άγιο της πόλης Μάρκο, θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες δημόσιες βιβλιοθήκες της Ιταλίας και είναι περίφημη για την συλλογή ελληνικών και λατινικών χειρογράφων που κατέχει. Βρίσκεται εγκατεστημένη σε ένα από τα ομορφότερα αναγεννησιακά κτήρια της πλατείας Αγίου Μάρκου.


Ιστορικό

Σύμφωνα με το επίσημο ιστορικό της Βιβλιοθήκης,[1] οι εργασίες ανέγερσης του κτηρίου ξεκίνησαν το 1536 από τον αρχιτέκτονα και γλύπτη Τζάκοπο Σανσοβίνο,[2] συνεχίσθηκαν μετά τον θάνατο του τελευταίου από τον Βιτσέντζο Σκαμότσι και αποπερατώθηκαν το 1582. Το εσωτερικό του διακοσμήθηκε από τους μεγάλους καλλιτέχνες της Βενετικής Σχολής.

Παλαιά αίθουσα ανάγνωσης
Από το 1362, ο ποιητής Πετράρχης είχε ήδη προτείνει την ίδρυση μιας δημόσιας βιβλιοθήκης στην Βενετία και προς το σκοπό αυτό κληροδότησε στην πόλη την προσωπική του συλλογή βιβλίων. Το σχέδιο όμως αυτό δεν πραγματοποιήθηκε αμέσως αλλά αρκετές δεκαετίες αργότερα, όταν (το 1468) ο Καρδινάλιος Βησσαρίων πρόσφερε και την δική του συλλογή λατινικών και ελληνικών χειρογράφων (υπό τον όρο, λέγεται, να αποδοθούν στην Ελλάδα όταν κάποτε αυτή θα απελευθερωνόταν -όρος που φυσικά δεν τηρήθηκε ποτέ).[3]

Μεταξύ των ετών 1500 και 1700 στην αρχική συλλογή του Βησσαρίωνος προστέθηκαν οι πλούσιες βιβλιοθήκες επιφανών οικογενειών της Βενετίας (Κονταρίνι, Ρεκανάτι, Φορτσέτι, Νάνι κ.ά.), ενώ αργότερα ενσωματώθηκαν σ' αυτήν και οι βιβλιοθήκες πολλών καταργημένων μοναστηριών.

Σήμερα στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, που εμπλουτίζεται συνεχώς, βρίσκονται περίπου 13.000 κώδικες και πάνω από 1.000.000 έντυπα βιβλία, μεταξύ των οποίων 2.283 αρχέτυπα και 24.000 παλαιότυπα, καθώς και μια μεγάλη συλλογή χαρτών.


Τα ελληνικά χειρόγραφα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης

Κώδικας Venetus A

Ο Κώδικας Venetus A, γνωστός επίσης και ως Marcianus Graecus 454, που βρίσκεται σήμερα στην κατοχή της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας περιέχει το αρχαιότερο και αρτιότερο αντίγραφο της Ιλιάδας.

Κώδικας Venetus A
Αντιγράφηκε τον 10ο μ.Χ. αιώνα πιθανόν από τον γνωστό και από άλλα χειρόγραφα της ίδιας εποχής μοναχό Εφραίμ.[1] Τον 15ο αιώνα βρισκόταν στην κατοχή του Καρδιναλίου Βησσαρίωνος, ο οποίος το 1468 το πρόσφερε μαζί με τα άλλα χειρόγραφα της πλούσιας βιβλιοθήκης του στην πόλη της Βενετίας.[2] Η δωρεά αυτή του Βησσαρίωνος αποτέλεσε τον αρχικό πυρήνα της μετέπειτα ιδρυθείσας Μαρκιανής Βιβλιοθήκης.

Στον Venetus A, εκτός από το αρχαίο κείμενο της Ιλιάδος, συμπεριλαμβάνονται εκτεταμένες συλλογές σχολίων και σημειώσεων αλεξανδρινών λογίων, καθώς και αποσπάσματα από την Χρηστομάθεια του Πρόκλου στα οποία σώζονται σύντομες περιλήψεις των χαμένων ποιημάτων του Τρωικού Κύκλου.

 Τον Venetus A "ανακαλύψε" στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη ο Γάλλος φιλόλογος Ζαν-Μπατίστ ντε Βιλουαζόν και τον εξέδωσε το 1788 στην Βενετία.[3] Στην περίφημη αυτή έκδοση βασίζονται έκτοτε όλες οι μεταγενέστερες εκδόσεις της Ιλιάδος. Τα τελευταία χρόνια το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ σε συνεργασία με την Μαρκιανή βιβλιοθήκη φωτοτύπησε με τα σύγχρονα μέσα που διαθέτει ολόκληρο των κώδικα Venetus A, με στόχο να τον καταστήσει διαδικτυακά προσβάσιμο.[4]


1. Bertrand Hemmerdinger, Le Venetus A de l'Iliade et le scibe Ephrem, στο "Sur deux manuscrits grecs (Venetus A de l'Iliade - Laurentianus XXXII 2 d'Euripide)", Revue des Études Grecques, tome 69, fascicule 326-328, Juillet-décembre 1956. pp. 433-435.
2. Anthony Grafton/ Glenn W Most/ Salvatore Settis, The Classical Tradition, σελ. 126, Harvard University Press, 2010. 
3. Jean Baptiste Gaspard d'Ansse de Villoison, Ομήρου Ιλιάς συν τοις σχολίοις - Homeri Ilias ad veteris codicis veneti fidem recensita. Scholia in eam antiquissima ex eodem codice aliisque, nunc primum edidit cum asteriscis, obeliscis aliisque signis criticis. Φωτοτυπία έκδοσης
4. Center for Hellenic Studies (CHS).

"Αγρέας"
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Αιγίμιος (έπος)

Ηρακλής τοξότης
Εμίλ Αντουάν Μπουρντέλ (1909)
Μουσείο Ορσαί (Παρίσι)
Ο Αιγίμιος ήταν ένα μικρό έπος δύο βιβλίων που οι αρχαίοι απέδιδαν, σύμφωνα με τον Αθήναιο, άλλοτε στον Ησίοδο και άλλοτε στον Κέρκωπα τον Μιλήσιο[1].

Σώθηκαν οκτώ μόλις αποσπάσματα[2] που κάνουν λόγο για τις περιπέτειες της Ιούς, τον Άργο, την Θέτιδα και τον Πηλέα, τον Φρίξο και τους Αργοναύτες. Φιλολογικές μελέτες αποδεικνύουν ωστόσο ότι τα παραπάνω ιστορίες ήταν εμβόλιμες διηγήσεις και ότι το πρωταρχικό θέμα του έργου ήταν τα κατορθώματα του Ηρακλή, συμμάχου του βασιλιά των Δωριέων Αιγιμίου στον πόλεμο του ενάντια στους Λαπίθες και τους Δρύοπες.[3]


1. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, βιβλίον XI. p 503·
   [Καὶ ὁ τὸν Αἰγίμιον δὲ ποιήσας εἴθ´ Ἡσίοδός ἐστιν ἢ Κέρκωψ ὁ Μιλήσιος].
2. H.G Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Αιγίμιος", σελ. 270 -274.
3. A. Severyns, Le cycle épique dans l'école d'Aristarque, "Aegimios". σελ. 178-182, Droz, 1928.
•  J. Schwartz, Pseudo- Hesiodeia, "Aegimios", σελ. 261- 295, Brill , 1960.
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Αλκμαιωνίς / Αλκμεωνίς

Η Ἀλκμαιωνίς Ἀλκμεωνίς) ήταν ένα -χαμένο σήμερα- έπος γραμμένο από κάποιον άγνωστο ποιητή τον 7ο ή 6ο π.Χ. αιώνα. Ως κεντρικό χαρακτήρα είχε τον Αλκμαίωνα, τον γιο του Αμφιάραου, και το περιεχόμενό του ήταν ανάλογο με το περιεχόμενο των Επιγόνων. (Ορισμένοι μάλιστα μελετητές υποστήριξαν ότι τα δύο έπη, η "Αλκμαιωνίς" και οι "Επίγονοι", ταυτίζονταν ή ότι το πρώτο ήταν απλώς ένα από τα τμήματα του δεύτερου -άποψη που σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.)

Το περιεχόμενο της Αλκμαιωνίδος

Σύμφωνα με τον Βέλγο ελληνιστή Αλμπέρ Σεβερένς (Albert Severyns)[1] το περιεχόμενο της Αλκμαιωνίδας ήταν περίπου το εξής:
• Ένας χρησμός είχε πληροφορήσει τους Επιγόνους ότι προκειμένου να κατακτήσουν την Θήβα όφειλαν να κάνουν αρχηγό της εκστρατείας τους τον Αλκμαίωνα . Ο Αλκμαίων παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, μετά και από την πιεστική παρέμβαση της μητέρας του (της Εριφύλης), δέχθηκε τελικά την πρόκληση και τέθηκε επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος.
• Στον Γλίσαντα σκότωσε τον βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα (ο οποίος προηγουμένως είχε φονεύσει τον γιο του Άδραστου, τον Αιγιαλέα), κατέκτησε την Θήβα και επέστρεψε θριαμβευτής στο Άργος.
• Στην Αλκμαιωνίδα παρεμβάλλονταν επίσης (όπως προκύπτει από τα σωζόμενα αποσπάσματα[2]) και ιστορίες σχετικές με τον Τυδέα, τον Πηλέα, τον Πέλοπα, τον Ατρέα και τον Θυέστη[3].
• Το μεγαλύτερο όμως μέρος του έπους καταλάμβανε η εξιστόρηση του κρίματος του Αλκμαίωνα, δηλαδή της μητροκτονίας που αυτός (ως άλλος Ορέστης) διέπραξε σκοτώνοντας την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του.

Αμφιαράου εξέλασις

Αμφιάραος
κλεμμένο ανάγλυφο από τον Ωρωπό
στο Μουσείο της Περγάμου (Βερολίνο)
H Αμφιαράου εξέλασις [Ἀμφιαράου ἐξελασίη ἐς Θήβας], δηλαδή η εκστρατεία του Αμφιάραου στην Θήβα, ήταν ένα από τα επικά ποιήματα που αποδιδόταν (από τον ψεύδο-Ηρόδοτο[1] και τον Ησύχιο τον Μιλήσιο[2]) στον Όμηρο. Φαίνεται πως είχε ανάλογο περιεχόμενο μ' αυτό της Θηβαΐδος, και γι' αυτό ορισμένοι μελετητές υπέθεσαν ότι ίσως να ήταν απλώς ένας άλλος τίτλος για την Θηβαΐδα ή να αποτελούσε κάποιο από τα τμήματά της.

Από την Αμφιαράου εξέλασιν σώθηκε μόνον ένα τρίστιχο απόσπασμα[3](που βέβαια κάλλιστα θα μπορούσε να προέρχεται και από την Θηβαΐδα), στο οποίο ο Αμφιάραος συμβουλεύει τον μικρό του γιο, τον Αμφίλοχο, με αυτά τα λόγια:
      του χταποδιού, παιδί μου, ήρωα Αμφίλοχε, να έχεις την νοοτροπία
      να προσαρμόζεσαι σε κάθε λαό, όπου πηγαίνεις
      να γίνεσαι κάθε φορά διαφορετικός ακολουθώντας του τόπου [τις συνήθειες].[4]
Χρἠστος Μπελόπουλος


1. Hugh G. Evelyn-White, Hesiod, the Homeric hymns and Homerica (1914), "Ἀμφιαράου ἐξέλασις" [The expedition of Amphiaraus], σελ. 532.

2. M.L. West, Homeric Hymns. Homeric Apocrypha, "Lives of Homer 6 - Hesychius Milesius", σελ. 430, Loeb Classical Library 496, Harvard University Press, 2003.

3. Ομηρικά - Επικός κύκλος, "Ἀμφιαράου ἐξέλασις", σελ. 143-147, εκδ. Κάκτος, 2005.

4.  Πολύποδός μοι, τέκνον, ἔχον νόον, Ἀμφίλοχ᾿ ἥρως
    τοῖσιν ἐφαρμόζειν, τῶν κατὰ δῆμον ἵκηαι,
    ἄλλοτε δ᾿ ἀλλοῖος τελέθειν καὶ χώρῃ ἕπεσθαι.

(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια .)

Δαναΐς (έπος)

Δαναΐδες (1900) του Φερνάντ Σαμπατέ
Η Δαναΐς ήταν ένα έπος που αποτελούνταν από 6.500 στίχους και διηγιόταν την ιστορία των Δαναΐδων.[1] Ο συγγραφέας του και η εποχή στην οποία γράφτηκε μας είναι παντελώς άγνωστα. Σώθηκαν μόνο δύο στίχοι από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα [2] και ένα απόσπασμα σε πεζό λόγο από τον Αρποκρατίονα.[3]  
"Αγρέας"

1. P. Kroh, Λεξικό Αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, 1996.
2.  Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς IV.  
         Καὶ τότ' ἄρ' ὡπλίζοντο θοῶς Δαναοῖο θύγατρες
         πρόσθεν ἐυρρεῖος ποταμοῦ Νείλοιο ἄνακτος.

(G. Kinkel, Epicorum Graecorum fragmenta, "Danais", σελ. 78.)
3. Αρποκρατίων, λήμμα: "Αὐτόχθονες"· 
    [Ὁ δὲ Πίνδαρος καὶ ὁ τὴν Δαναΐδα πεποιηκώς φασιν Ἐριχθόνιον καὶ Ἥφαιστον ἐκ τῆς γῆς φανῆναι].
 (Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια)

Επίγονοι (έπος)

Οι Επίγονοι ήταν ένα επικό ποίημα επτά χιλιάδων στίχων[1] που διηγιόταν την πολιορκία και τελικά την άλωση της Θήβας από τους γιους [τους Επιγόνους] των επτά Αργείων ηγεμόνων ["Επτά επί Θήβας"], οι οποίοι δέκα χρόνια πρωτύτερα είχαν επιχειρήσει ανεπιτυχώς τότε την κατάληψη της ίδιας πόλης.

Οι Επίγονοι ανήκαν (μαζί με τη Οιδιπόδεια και τη Θηβαΐδα) στον θηβαϊκό επικό κύκλο και ως πιθανός ποιητής τους αναφερόταν (με επιφύλαξη) άλλοτε ο Όμηρος[2] και άλλοτε ο Αντίμαχος ο Τήιος[3].

Περιεχόμενο και αποσπάσματα

Η άλωση της Θήβας

Μυκηναίοι πολεμιστές
Σε γενικές γραμμές το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο των Επιγόνων ήταν το εξής: Οι Επίγονοι έχοντας επικεφαλής αυτήν την φορά τον Αιγιαλέα, τον γιο του Άδραστου, νίκησαν αρχικά τον γιο του Ετεοκλή και βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα στη μάχη του Γλίσαντα. Οι Θηβαίοι αναγκάσθηκαν τότε να υποχωρήσουν και να οχυρωθούν πίσω από τα τείχη της πόλης τους, αλλά ύστερα από μια σύντομη πολιορκία παραδόθηκαν. Οι νικητές τοποθέτησαν στο θρόνο της Θήβας τον γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αφιέρωσαν στο μαντείο των Δελφών τον αιχμάλωτο μάντη Τειρεσία και την κόρη του Μαντώ. Ο Τειρεσίας όμως καθ' οδόν προς τους Δελφούς πέθανε και η Μαντώ μετά από λίγο κατέφυγε στην Κολοφώνα[4]. Όλοι οι Επίγονοι, εκτός από τον Αιγιαλέα που σκοτώθηκε, επέστρεψαν σώοι και θριαμβευτές στις πατρίδες τους.

Επικιχλίδες

Όμηρος
(λεπτομέρεια από την τοιχογραφία
"Παρνασσός" του Ραφαήλ)
Οι Ἐπικιχλίδες ήταν ένα μικρό ερωτικό έπος από το οποίο κανένας στίχος δεν έχει σωθεί. Γνωρίζουμε μόνον ότι κάποιοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Κλέαρχος ο Σολεύς, ο Ησύχιος ο Μιλήσιος[1] και ο ψευδο-Ηρόδοτος, το απέδιδαν στον Όμηρο. Ο ψευδο- Ηρόδοτος προσέθετε μάλιστα ότι οι Επικιχλίδες ήταν ένα από τα πολλά "παίγνια" [διασκεδαστικά ποιήματα] που έγραψε ο Όμηρος την εποχή που διέμεινε στη Βολισσό της Χίου.[2]

Ο Αθήναιος επικαλούμενος παλαιότερη μαρτυρία του ιστορικού Μέναιχμου γράφει ότι το ποίημα ονομάσθηκε Επικιχλίδες, επειδή κάποτε ο Όμηρος τραγουδώντας το σε παιδιά έλαβε ως δώρο-ανταμοιβή κίχλες [κίχλη: το μικρό πουλί τσίχλα].[3]

Ίσως όμως το όνομα του τίτλου να σχετίζεται περισσότερο με την λέξη "κιχλισμοί", που σήμαινε τα δυνατά γέλια ή τους καγχασμούς.[4] 
Χρήστος Μπελόπουλος

 
Σημειώσεις
1. M. L. West , Homeric Hymns. Homeric Apocrypha. Lives of Homer, "Epikichlides", σελ. 254-257, Loeb Classical Library 496. Harvard University Press, 2003.

2. M. L. West, ό.π. [καὶ τοὺς Κέρκωπας καὶ Βατραχομαχίαν καὶ Ψαρομαχίην καί Ἑπταπακτικήν καὶ Ἐπικιχλίδας καὶ τἄλλα πάντα ὅσα παίγνιά ἐστιν Ὁμήρου ἐνταῦθα ἐποίησε παρὰ τῷ Χίῷ ἐν Βολισσῷ].

3. Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, 2.68· [ὅτι τὸ εἰς Ὅμηρον ἀναφερόμενον ἐπύλλιον, ἐπιγραφόμενον δὲ Ἐπικιχλίδες, ἔτυχε ταύτης τῆς προσηγορίας διὰ τὸ τὸν Ὅμηρον ᾁδοντα αὐτὸ τοῖς παισὶ κίχλας δῶρον λαμβάνειν, ἱστορεῖ Μέναιχμος ἐν τῷ περὶ τεχνιτῶν]. Perseus (Ath. 2.68)

4. Brill's New Pauly Encyclopedia Of The Ancient World,  " Epikichlides". Brill Online
(Το άρθρο αναρτήθηκε από τον υπογράφοντα και στην ελληνική Βικιπαίδεια .)

Θεσπρωτίς (έπος)

Οδυσσεύς
(άγαλμα ρωμαϊκής εποχής)
Η Θεσπρωτίς ήταν ένα από τα πολύ παλιά και πρόωρα χαμένα επικά ποιήματα.

Εκτός από τον τίτλο του, που αναφέρεται μία και μοναδική φορά από τον Παυσανία[1], δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τίποτε άλλο γι' αυτό. Εικάζουμε μόνον ότι πραγματευόταν τις περιπέτειες του Οδυσσέα στην Θεσπρωτία και ότι ήταν η πηγή της μεταγενέστερης Τηλεγονείας.[2] (Υπάρχουν βέβαια και οι μελετητές που, αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι η Θεσπρωτίς ήταν απλά και μόνον μια άλλη ονομασία της Τηλεγονείας ή ίσως κάποιο από τα βιβλία της.)

Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι ένα ποίημα για τους Θεσπρωτούς, δηλαδή μια "Θεσπρωτίδα", είχε γράψει και ο (μυθικός) ποιητής Μουσαίος, το οποίο κατέκλεψε αργότερα ο Ευγάμμων ο Κυρηναίος (ο φερόμενος και ως δημιουργός της Τηλεγονείας).[3]


 Σημειώσεις
1. Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, "Αρκαδικά", 12.5.
2. A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 138, εκδ. Κυριακίδη, 2011.
  P. Kroh, Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, λήμμα: "Θεσπρωτίς", εκδ.USP, 1996.
3. Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.25.1· [αὐτοτελῶς γὰρ (οἱ Ἐλληνες) τὰ ἑτέρων ὑφελόμενοι ὡς ἴδια ἐξήνεγκαν, καθάπερ Εὐγάμμων ὁ Κυρηναῖος ἐκ Μουσαίου τὸ περὶ Θεσπρωτῶν βιβλίον ὁλόκληρον].
Να σημειωθεί πάντως ότι ο Μουσαίος είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που χάνεται, όπως και ο δάσκαλός του ο Ορφέας, στην αχλή του μύθου.
(Παραλλαγή του άρθρου αυτού δόθηκε για δημοσίευση καιστην ελληνική Βικιπαίδεια.)

Θηβαΐς (έπος)

Η Θηβαΐδα [Θηβαΐς], ένα μεγάλο πολύ παλιό και χαμένο σήμερα επικό ποίημα 7000 στίχων,[1] διηγιόταν την διαμάχη και τον αλληλοσκοτωμό των γιων του Οιδίποδα (του Πολυνείκη και του Ετεοκλή) και τον αφανισμό των Επτά ηγεμόνων, οι οποίοι υπό την αρχιστρατηγία του βασιλιά του Άργους Άδραστου, επιχείρησαν ανεπιτυχώς να καταλάβουν την Θήβα -μια ιστορία που μας είναι κυρίως γνωστή από τις τραγωδίες Επτά επί Θήβας του Αισχύλου και Φοίνισσαι του Ευριπίδη.

 1. Ο ποιητής της Θηβαΐδος

Ετεοκλής και Πολυνείκης (;)
Η Θηβαΐδα μαζί με την Οιδιπόδεια και τους Επιγόνους συναποτελούσε τον θηβαϊκό επικό κύκλο[2], ο οποίος πραγματευόταν τους σχετικούς με το γένος των Λαβδακιδών[3] μύθους. Ο Παυσανίας (ο οποίος εκτιμούσε ότι η Θηβαΐς υπολειπόταν σε ποιητική αξία μόνον της Ιλιάδας και της Οδύσσειας[3]), αναφέρει ότι ο Καλλίνος ο Εφέσιος, ο ελεγειακός ποιητής του 7ου π.Χ. αιώνα, απέδιδε την Θηβαΐδα στον Όμηρο[4] -άποψη που υιοθετούσε και ο άγνωστος συγγραφέας του Αγώνος Ομήρου και Ησιόδου (ενός μικρού έργου της ελληνιστικής εποχής)[5]. Ωστόσο άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Αθήναιος[6] ή ο Απολλόδωρος[7], αν και μνημόνευαν την Θηβαΐδα και ανέφεραν στίχους απ' αυτήν, δήλωναν παράλληλα παντελή άγνοια ως προς τον πραγματικό της δημιουργό.


  2. Το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο της Θηβαΐδος και τα αποσπάσματα που σώθηκαν

   Ο εναρκτήριος στίχος της Θηβαΐδος

Από την Θηβαΐδα σώθηκαν ελάχιστοι στίχοι[8] μεταξύ των οποίων και ο εναρκτήριος στίχος του ποιήματος που περιλαμβάνει την καθιερωμένη στην επική ποίηση επίκληση στην Θεά ή στην Μούσα: 
    Ἄργος ἄειδε, θεά, πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες.[9]
    (Το Άργος ψάλε, θεά, το άνυδρο, απ' όπου οι βασιλιάδες…)

  Η κατάρα του Οιδίποδα

Στη συνέχεια του ποιήματος, όπως προκύπτει από δύο αποσπάσματα (δεκατεσσάρων συνολικά στίχων) που σώθηκαν από τον Αθήναιο και κάποιον ανώνυμο σχολιαστή, ο ποιητής της Θηβαΐδας αναφερόταν στην κατάρα του Οιδίποδα, ο οποίος επειδή ένιωθε περιφρονημένος ή και παραγκωνισμένος από τους γιους του,[10]
     "προσευχήθηκε στον άνακτα Δία και στους άλλους αθανάτους 
      να δώσει να κατέβουν αλληλοσκοτωμένα στον Άδη [τα παιδιά του]"[11].

Ιλίου Πέρσις

Η Ιλίου Πέρσις,[1] ένα από τα χαμένα έπη του τρωικού κύκλου, περιέγραφε την άλωση και καταστροφή της Τροίας από τους Αχαιούς. Ως δημιουργός του φερόταν ο ποιητής του 8ου π.Χ. αιώνα Αρκτίνος ο Μιλήσιος, πιθανολογούμενος συγγραφέας επίσης της Αιθιοπίδος και της Τιτανομαχίας[2].

Ο θάνατος του Πριάμου
Ζυλ Ζοζέφ Λεφέβρ (1861)
Σύμφωνα με τον Πρόκλο, τον συγγραφέα της Γραμματικής Χρηστομάθειας, η Ιλίου Πέρσις αποτελούσε συνέχεια της Αιθιοπίδος και της Μικράς Ιλιάδος και περιελάμβανε δύο βιβλία. Σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα το έπος του Αρκτίνου ήταν αρκετά μεγαλύτερο -άλλωστε ο Πρόκλος δεν είχε άμεση πρόσβαση στο αρχικό κείμενο του ποιήματος (που στην εποχή του ήταν ήδη χαμένο) και αντλούσε τις πληροφορίες του αποκλειστικά και μόνον από επιτομές και σχόλια προγενεστέρων του[3].

Περιεχόμενο της "Ιλίου Πέρσεως" (σύμφωνα με την Χρηστομάθεια του Πρόκλόυ)[4]


Η θυσία της Πολυξένης
Τυρρηνικός αμφορέας (6ος π.Χ. αί.)
Οι Τρώες βλέποντας άδειο το στρατόπεδο των Αχαιών, εξέρχονταν από τα τείχη και έβρισκαν τον Δούρειο ίππο. Ακολουθούσε σύσκεψη στην οποία αποφασιζόταν τελικά η μεταφορά του μέσα στην πόλη παρά τις προειδοποιήσεις της Κασσάνδρας και τις αντιρρήσεις του Λαοκόωντος. Δυο πελώρια φίδια έβγαιναν τότε από την θάλασσα, έπνιγαν το Λαοκόωντα και έναν από τους γιούς του και κατέφευγαν στον ναό της Αθηνάς. Ο Αινείας εκλαμβάνοντας το γεγονός ως σημάδι των θεών και προαισθανόμενος τον επικείμενο όλεθρο κατέφευγε με τους δικούς του στην Ίδη. Οι υπόλοιποι Τρώες έφερναν τον Δούρειο Ίππο μέσα στην Τροία και με απόφαση του Πριάμου γιόρταζαν το δήθεν τέλος του πολέμου. Οι παραμονεύοντες πίσω από την Τένεδο Αχαιοί ειδοποιούνταν με πυρσούς από τον Σίνωνα, τον κατάσκοπο που είχαν αφήσει πίσω τους, επέστρεφαν αιφνιδιαστικά και μαζί με τους κρυμμένους μέσα στην κοιλιά του Δούρειου ίππου συμπολεμιστές τους καταλάμβαναν εύκολα την πόλη.

Κέρκωπες (έπος)

Οι Κέρκωπες ήταν ένα επύλλιο το οποίο ο Ψευδο-Ηρόδοτος, ο Πρόκλος και ο Αρποκρατίων απέδιδαν στον Όμηρο[1]. Διηγιόταν προφανώς με κωμικό τρόπο την σύλληψη των Κερκώπων από τον Ηρακλή, όταν προσπάθησαν να του κλέψουν τα όπλα του.

Ηρακλής και Κέρκωπες
Από το ποίημα δεν έχει σωθεί κανένας στίχος, γνωρίζουμε όμως από άλλες πηγές πως οι Κέρκωπες ήταν δύο αδέλφια δυνατά και μεγαλόσωμα που εξαπατούσαν, λήστευαν και σκότωναν τους περαστικούς. Ονομάζονταν Ευρυβάτης και Φρυνώνδας ή κατ' άλλους Σίλλος και Τριβαλός[2]. Μητέρα τους ήταν η Θεία, μια κόρη του Ωκεανού, η οποία πάντα τους συμβούλευε να φυλάγονται από τον επίφοβο Μελάμπυγο (τον άνθρωπο με τους μαύρους γλουτούς). Κάποτε συνάντησαν τον Ηρακλή την ώρα που αυτός κοιμόταν και προσπάθησαν να τον ληστέψουν. Ο Ηρακλής όμως ξύπνησε, τους συνέλαβε και τους κρέμασε ανάποδα από τις άκρες του ροπάλου του. Καθώς τους κουβάλαγε, έτσι όπως ήταν με το κεφάλι προς τα κάτω στο ύψος των σκουρόχρωμων ηλιοκαμένων  γλουτών του, θυμήθηκαν την μητρική συμβουλή και ξέσπασαν σε γέλια. Ο Ηρακλής γέλασε και αυτός μαζί τους και τους άφησε να φύγουν[3].
"Αγρέας"

 Σημειώσεις
1. M. L. West , Homeric Hymns. Homeric Apocrypha. Lives of Homer, "Cercopes", σελ. 254-257, Loeb Classical Library 496. Harvard University Press, 2003.
2. Σύμφωνα με την Σούδα (στο ομώνυμο λήμμα), οι Κέρκωπες ονομάζονταν Πάσσαλος και Άκμων και μητέρα τους  ήταν η Μεμνονίς.
3. P. Grimal, Λεξικό της ελληνικής και της ρωμαϊκής μυθολογίας, "Κέρκωπες", USP, 1991.

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *